H κατακόκκινη, εύχυμη, βασίλισσα που τη βάφτισαν ντομάτα, χαϊδευτικά pomme d’amour

H κατακόκκινη, εύχυμη, βασίλισσα που τη βάφτισαν ντομάτα, χαϊδευτικά pomme d’amour

H κατακόκκινη, εύχυμη, βασίλισσα που τη βάφτισαν ντομάτα, χαϊδευτικά pomme d’amour-1
Παρά την παιγνιώδη διάθεση, αποτυπωμένη στα μάτια της, η δεσποινίς προσφέρει πολύτιμη βοήθεια στη συγκομιδή του δοξολογημένου –εντός και εκτός κουζίνας– αγαθού. Πότε πρωτοεμφανίστηκε στα μέρη μας; Στη μονή Καπουτσίνων της Αθήνας πραγματοποιήθηκε η πρώτη εν Ελλάδι καλλιέργεια σε γλάστρες αρχές του 19ου αιώνα, από τον τελευταίο ηγούμενο – «ευεργέτη» Φραγκίσκο, ο οποίος έφερε σπόρους από το εξωτερικό. Οι Αθηναίοι αρχικά καλλιέργησαν την ντομάτα σαν καλλωπιστικό φυτό και για την παρασκευή γλυκών πριν αυτή αποκτήσει πρωταγωνιστικό ρόλο στα τραπέζια τους. Ρόλο, πάντως, στη διάδοσή της φέρεται ότι έπαιξαν οι «σεφ» του Οθωνα που την αγαπούσαν πολύ στα μαγειρέματά τους. Κι όταν οι Αθηναίοι άκουσαν ότι ο Βαυαρός βασιλιάς τους τρώει ντομάτες υπέκυψαν δοκιμαστικά στον κόκκινο πειρασμό. [SHUTTERSTOCK]

Κύριε διευθυντά

Μια ωδή στην ποθητή, ζουμερή και ευωδιαστή, κόκκινη βασίλισσα του καλοκαιριού, η επιστολή μου: την ντομάτα.

Η ιστορία της ξεκινάει γύρω στο 700 μ.Χ. Ενδιαμέσως, το 1520, ο Ισπανός περιηγητής – κατακτητής Κορτέζ μετέφερε τον σπόρο της από κάποια χώρα των Ανδεων στην Ισπανία. Επρεπε να φτάσουμε στο 1820 για να αποκατασταθεί η φήμη της στην υπόλοιπη Ευρώπη. Εκτοτε, αυτό το απανταχού ποθητό θαύμα της φύσης, όπως κι αν την πεις: τομάτα χωρίς νι (τομάτα), ντοματίνι, πομοντόρο, τσέρι, και σε όποια μορφή κι αν κάνει την εμφάνισή της, προοδευτικά θα κυριαρχήσει. Το «χρυσό μήλο» των Ιταλών, ο ερωτικός – αφροδισιακός καρπός, κατά τους Γάλλους, που τη βάφτισαν pomme d’ amour, πολύ πριν η λέξη tomate ενσωματωθεί στο λεξικό της Γαλλικής Ακαδημίας το 1835.

Στην Ελλάδα έγινε γνωστή από τους Βαυαρούς μάγειρες του βασιλιά Οθωνα και ήδη από το 1842 πουλιόταν στα πρώτα μανάβικα της Πλάκας.

Είναι ν’ απορεί κανείς πώς έζησαν οι πρόγονοί μας χωρίς αυτήν. Και χωρίς την πατάτα, βεβαίως, που κι αυτή θα φτάσει στην Ελλάδα την ίδια εποχή.

Και, πώς θα ήταν η κουζίνα μας χωρίς, για παράδειγμα, τα περίφημα γεμιστά μας, τη χωριάτικη σαλάτα σε όλες τις μορφές της, ή τα δεκάδες κοκκινιστά, λαχταριστά μαγειρέματα της κατσαρόλας, που, ακριβώς, πήραν το όνομά τους από το χρώμα της.

«Εφκιασα και παραγιομστά!», έλεγαν οι μανάδες μας στο χωριό και άρχιζαν να τρέχουν τα σάλια μας. Ενα πιάτο – κορύφωση της εποχικής γαστρονομικής ευωχίας, όπου φωλιάζει η μυστική ψυχή του καλοκαιριού.

Κι ακόμη, πόσο παρακατιανή θα ήταν η κουζίνα μας, χωρίς τις άλλες, δευτερεύουσες μεν όχι όμως υποδεέστερες, γαστρονομικές συνδρομές της, όπως η απόλυτη πρώτη επιλογή ως συνοδευτικό του ούζου και του τσίπουρου, ή το πρόχειρο φαγάκι, ντομάτες μ’ αυγά.

Αυτό το τελευταίο, είτε ως πρώτο ή και κύριο πιάτο, εμπλουτισμένο με την πληθωρική ποικιλία των δώρων του καλοκαιρινού κήπου.

Και, εκείνες οι «βούτες» στο ζουμάκι, στον πάτο της ντοματοσαλατο-γαβάθας!; Λαδάκι, ντοματόζουμο, αλάτι και ρίγανη: Η αποθέωση της λιτότητας. Απόδειξη του (και) επικούρειου, ότι «οι μεγάλες απολαύσεις είναι φθηνές».

Αφησα τελευταία την πιο ανεξίτηλη ανάμνηση των παλαιοτέρων εξ ημών, το έδεσμα-δόξα του καλοκαιριού, τα μελιτζανοπίπερα στο τηγάνι, σε αποθεωτική παρατεταμένη σύβραση, μαζί της. Τι μπουκιές κι εκείνες;! Με το μπόλικο, είναι η αλήθεια, λαδάκι τους.

Το τελευταίο, ήδη περίπου εξορκιστέο από τους νεότερους, που μαγειρεύουν με το μάτι στον θερμιδομετρητή. Θυμάμαι να παρακαλάω τη μητέρα μου να βάζει λιγότερο λάδι στο λαχταριστό εκείνο έδεσμα, που τόσο συχνά μας έφτιαχνε με τα χεράκια της.

– «Μαμά», της έλεγα δειλά, «μήπως βάζεις πολύ λάδι στο τηγάνι;».

– «…Οσο χρειάζεται…», ήταν η μόνιμη, αυστηρή και ανυποχώρητη απάντησή της.

Το πόσο δίκιο είχε φαινόταν σε λίγο, όταν στο τραπέζι μοιραζόμασταν το απολαυστικό, ευωδιαστό, πολύχρωμο περιεχόμενο του τηγανιού.

Τρέξτε στην κουζίνα, όσο κρατάει ακόμα το καλοκαίρι…

Σημείωση: Εκρινα ότι, μιλώντας για μια βασίλισσα, τα δικά μου λόγια ήταν πολύ φτωχά.

Ετσι, μια πλειάδα από διάσπαρτες φράσεις τρίτων, ανακαλούμενες αυτούσιες ή ελαφρώς παραλλαγμένες, εντάχθηκαν στο κείμενό μου, ως απαράμιλλες –και απαραίτητες όπως αποδεικνύεται πιστεύω– εκφραστικές βοήθειες.

*Βούλα

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT