
Κύριε διευθυντά
Σχετικά με το δημοσίευμα του κ. Νίκου Βατόπουλου για την κουλτούρα του καφέ στην Αθήνα και κάποια παλαιά εμβληματικά καφενεία (φ. 28/6), πρέπει να σημειώσουμε ότι ο καφές ως ρόφημα εμφανίστηκε στις χώρες του Αραβικού Κόλπου τον 16ο αιώνα και το πρώτο καφενείο στη Μέκκα. Από εκεί μεταδόθηκε σε Αίγυπτο και Συρία. Το πρώτο καφενείο στην Κων/πολη ιδρύθηκε τον ίδιο αιώνα, όπου καθιερώθηκε και η χρήση καφέ και καπνικών προϊόντων, παρά την αρχική αντίθεση των κρατικών αρχών. Ολλανδοί έμποροι έφεραν κόκκους και το φυτό στην Ευρώπη για καλλιέργεια φυτειών. Και κατόπιν επεκτάθηκε η καλλιέργεια στις αποικίες του Νέου Κόσμου για να εδραιωθεί συστηματικά στη Βραζιλία.
Η Τουρκία, εξ όσων γνωρίζω, δεν είναι παραγωγός χώρα με καφεφυτείες. Η λέξη «τουρκικός καφές» έμεινε στο λεξιλόγιο λόγω προέλευσης της λέξης και χρήσης από τον πληθυσμό σε όλη τη διάρκεια της οθωμανοκρατίας. Ομοίως, τουρκικές λέξεις είναι το μπρίκι και ο καφενές. ∆ηλαδή ο καφές που πίνουμε είναι Βραζιλίας, αλλά είχε επικρατήσει η παλαιά ονομασία. Από το 1974 τον λέμε «ελληνικό», προφανώς από αντιπάθεια προς την Τουρκία ως χώρα. Το ίδιο ισχύει και στην Κύπρο. Σε ένα ταξίδι προ ετών, μου προσέφεραν κυπριακό καφέ και έμεινα έκπληκτος στο άκουσμα της νέας ποικιλίας. Μου εξήγησαν ότι είναι ίδιος με τον ελληνικό με άλλο όνομα. Κι εδώ προφανής ο λόγος αλλαγής του ονόματος. Βέβαια, λαθεμένα αποκαλούμε έναν βραζιλιάνικο καφέ με το όνομα της χώρας μας, την οποία ίσως θεωρούμε μοναδική.
Στην Αθήνα του Οθωνα το καφενείο υπήρξε το πιο πρόχειρο και φθηνό μέσο αναψυχής. Εκεί λάμβαναν χώρα συζητήσεις πολλές και ποικίλες: πολιτικές, κοινωνικές, φιλολογικές, καλλιτεχνικές και επί παντός του επιστητού. Γνωστό έως σήμερα το περίφημο της «Ὡραίας Ἑλλάδος» στη γωνία των οδών Ερμού και Αιόλου. Τα μετέπειτα χρόνια φύτρωσαν σαν τα μανιτάρια πολλά καφενεία – στέκια, όπως ήταν του Χάφτα, παλαιού αγωνιστή του ᾿21 στα σημερινά Χαυτεία: των «Εὖ Φρονούντων» ή των Γερόντων, στη γωνία Πανεπιστημίου και Πατησίων. Το σπουδαίο τούτο «κέντρο πολιτικολογίας» απαθανάτισε και ο Σουρής με τους στίχους του: «Καφενεῖον εὖ φρονούντων νύχτα μέρα συζητούντων».
Τα «Ἡνωμένα Βουστάσια» υπήρξαν ένα θρυλικό καφενείο – ζαχαροπλαστείο στην οδό Πανεπιστημίου 56. Οπως διαβάζουμε στη μελέτη του Γιάννη Παπακώστα, «Φιλολογικά σαλόνια και καφενεία της Αθήνας», 1880-1930 (εκδ. Εστίας, Αθήνα 1988, σελ. 175 κ.ε.), κατά το χρονικό διάστημα 1909-12 αρκετοί λογοτέχνες συγκεντρώνονταν στο «Πανελλήνιον» και τα «Βουστάσια». Στο τελευταίο «σύχναζε κυρίως ὁ Ἰωάννης Κονδυλάκης μέ συντροφιά λογίων, πού ὑπηρετοῦσαν παράλληλα τή λογοτεχνία καί τή δημοσιογραφία· ἐνδεικτικά ἀναφέρονται τά ὀνόματα τῶν Σπύρου Μελᾶ, Ἄρ. Καμπάνη, Θ. Συνοδινοῦ, ∆ιον. Κόκκινου, Ν. Καρβούνη κ.ἄ. […] Στό καφενεῖο αὐτό τό 1911 ὁ Βάρναλης γνώρισε γιά πρώτη φορά τόν ποιητή Λάμπρο Πορφύρα μέ σύσταση τοῦ Ρώμου Φιλλύρα». Προσχώρησαν αργότερα στο ίδιο κατάστημα και άνθρωποι των «καλών τεχνών».
Σήμερα βέβαια, όπως επισήμανε και ο κ. Βατόπουλος, το παραδοσιακό αθηναϊκό καφενείο σταδιακά εξαφανίζεται. Οι πιστοί θαμώνες του λιγοστεύουν. Καφετέριες αποκαλούνται τώρα τα καφενεία. Εφοδιάστηκαν με σύγχρονες μηχανές παρασκευής καφέ και προσφέρουν εσπρέσο, φραπέ, νεσκαφέ, καπουτσίνο κ.λπ., που είναι η μόδα της εποχής. Το ίδιο συνέβη με πολλά ζαχαροπλαστεία που μεταβλήθηκαν σε fast food. Ολοι θα αναρωτηθούν αν το κύμα αυτό του μοντερνισμού που παρασύρει τα σύγχρονα καφενεία σηματοδοτεί πρόοδο ή παρακμή του αστικού πολιτισμού.
