Κύριε διευθυντά
Με αφορμή το εύστοχο άρθρο του κ. Πάσχου Μανδραβέλη (23/6) σχετικά με την καταδίκη του δράστη για την ανθρωποκτονία του 11χρονου Μάριου, θα ήθελα να επισημάνω μια επιπλέον παράμετρο, η οποία, κατά την άποψή μου, συνιστά κατάφωρη στρέβλωση της έννοιας του ∆ικαίου και των αρχών που (πρέπει) να τη διέπουν.
Η επιβολή της ποινής της ισόβιας κάθειρξης για ένα αδίκημα που τελέστηκε με ενδεχόμενο δόλο, εξισώνει ισοπεδωτικά τη συγκεκριμένη μορφή υπαιτιότητας με τον άμεσο δόλο πρώτου βαθμού. Στο πλαίσιο του «ποινικού λαϊκισμού» και της οριζόντιας αυστηροποίησης των ποινών παραγνωρίζεται ότι στην περίπτωση του άμεσου δόλου ο δράστης ενεργεί με αποκλειστικό σκοπό να προκαλέσει το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα. Κάτι που διαφοροποιείται ριζικά στην περίπτωση του ενδεχόμενου δόλου, όπου το αποτέλεσμα είναι απλώς (μόνο) ανεκτό.
Μου επιτρέπετε να αποσαφηνίσω αυτή την ασυμμετρία μέσα από δύο κλασικά νομικά παραδείγματα:
– Αμεσος δόλος πρώτου βαθμού: Κάποιος αγοράζει ένα όπλο, παραμονεύει τον εχθρό του, σημαδεύει και πυροβολεί στην καρδιά με αποκλειστικό σκοπό να τον σκοτώσει. Ο θάνατος του θύματος είναι η άμεση και συνειδητή επιδίωξή του. Ποινή: Ισόβια.
– Ενδεχόμενος δόλος: Κάποιος πυροβολεί (π.χ. στον αέρα ή άσκοπα) χωρίς να επιδιώκει το εγκληματικό αποτέλεσμα, ούτε είναι σίγουρος ότι αυτό θα επέλθει. Προβλέπει, ωστόσο, ότι ο θάνατος κάποιου είναι απλώς πιθανός, και παρ’ όλα αυτά προχωράει στην πράξη του, συμβιβαζόμενος με αυτή την πιθανότητα. Ποινή: Επίσης ισόβια!
Είναι νομικά και ηθικά ορθή αυτή η εξίσωση ως προς την επιβληθείσα ποινή;
Προφανώς όχι. Η ισοπέδωση δύο εντελώς διαφορετικών ψυχολογικών στάσεων του δράστη απέναντι στο έγκλημα στερεί από τη δικαιοσύνη την αρχή της αναλογικότητας και μετατρέπει την ποινική καταστολή σε ένα εργαλείο εντυπωσιοθηρίας (λέμε: «λαϊκισμού»).
Κάτι φυσικά εις βάρος της δογματικής συνοχής του ∆ικαίου μας. Αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα…
*Δ.Ν. – Δικηγόρος
