Κύριε διευθυντά
Ο εκλεκτός επιστολογράφος κ. Β. Πουλόπουλος στο κλείσιμο της επιστολής του («Κ», 28/5) περιγράφει διαφημιστική αφίσα ζυθοποιίας, των μέσων του προηγούμενου αιώνα.
Ηταν η εποχή που η μπίρα έκανε διστακτικά την εμφάνισή της στη χώρα μας, με το σλόγκαν, «…κάνει καλό», ως καταναλωτική προτροπή. Περίπου, σαν να συστηνόταν ως ιατρικό θρεπτικό συμπλήρωμα διατροφής, μάλλον, παρά ως αλκοολούχο ποτό.
Εξ ου και η συνταγογράφησή της, από τους γιατρούς της εποχής, για καταπονημένους οργανισμούς και για αναρρωνύοντες. Μερικά παραπάνω κιλά –στην πραγματικότητα, όσο περισσότερα τόσο καλύτερα– ήταν ένδειξη ευμάρειας και καλής ζωής. Κατά το γνωστό: «τα πάχη μου τα κάλλη μου».
Τα παραπάνω, συνειρμικά, φέρνουν στον νου των παλαιοτέρων και εκείνες τις, συνοικιακής αισθητικής, «διδακτικές» ζωγραφιές, που απέδιδαν, αναλόγως, τους δύο αρχετυπικούς επαγγελματίες εκείνου του καιρού: Τον πωλούντα τοις μετρητοίς και τον πωλούντα επί πιστώσει. Ο πωλών τοις μετρητοίς, παχουλός, αφράτος, ροδοκόκκινος, σφύζων από υγεία. Ο πωλών επί πιστώσει, αντίθετα, καχεκτικός, κάτισχνος, καταρρέων.
Παρόμοιους διατροφικούς συμβολισμούς, στα όρια του κοινωνικού στάτους, θα υπηρετήσει, στη συνέχεια, και το καλούμενο «καλωσόρισμα της αρχοντιάς», η εν είδει ιεροτελεστίας παρουσία του βούτυρου στην αρχή κάθε γεύματος στα εστιατόρια της εποχής. Ακόμη περισσότερο, ως απόλυτος πρωταγωνιστής στη σύνθεση του πρωινού γεύματος των αστικών οικογενειών και ιδιαιτέρως των παιδιών. Κυρίως, ως «δεκατιανό» των τελευταίων, με τη μορφή της αλησμόνητης, αλειμμένης με βούτυρο και μαρμελάδα ή μέλι, φέτας ψωμιού.
Και μπορεί το βούτυρο, ως τρόφιμο, να έχει εξοβελισθεί από το ελληνικό τραπέζι, πρόφτασε όμως, ως πρώτο συνθετικό επιθέτων όπως βουτυρόπαιδο ή βουτυρομπεμπές, να χαρακτηρίσει, με μειωτική ή ειρωνική διάθεση, μια ολόκληρη κατηγορία καλομαθημένων, μαλθακών, νωθρών συνανθρώπων μας.
Στην ίδια κατηγορία, φαίνεται ότι είχε κατατάξει και εμένα συνομήλικος συγχωριανός μου, που σε περυσινή καλοκαιρινή κουβεντούλα μας στο χωριό, ανέφερε ότι με θυμόταν, κατά τη δεκαετία του ’50, να περιφέρομαι στη γεμάτη από παιδομάνι πλατεία του χωριού, με μια λαχταριστή φέτα με βούτυρο, πασπαλισμένο με ζάχαρη. Μια πολυτέλεια, αυτή, που η οικογένειά μου ήταν σε θέση να μου προσφέρει, σε αντίθεση με την «παρακατιανή» δική του, αλλά και των υπόλοιπων παιδιών, που έκθαμβα, ολόγυρα, δεν μπορούσαν να αποσπάσουν το βλέμμα τους από τη μισοφαγωμένη φέτα μου. Εχοντας, εννοείται, διακόψει το παιχνίδι…
Προφανής αιτία αυτής της, τουλάχιστον απρόσεκτης, «περιφοράς» τού ακριβοθώρητου εδέσματος, εκ μέρους μου, ήταν βεβαίως η δική μου φούρια να βρεθώ μια ώρα αρχύτερα στην πλατεία, παρά τις αναμφισβήτητες αλλά αναποτελεσματικές εκκλήσεις της μητέρας μου να κάτσω και να φάω τη φέτα μου… «σαν άνθρωπος», στο σπίτι.
*Βούλα
