Κύριε διευθυντά
Αφορμή για την επιστολή μου αποτέλεσε το κείμενο στην «Καθημερινή» (14/6) του κ. Αρη Αλεξανδρή, με τίτλο «Αυξήσεις μετά πίστεως». Εξεπλάγην. Οχι λόγω της εύστοχης παρουσίασης των πιθανών λόγων αύξησης των αποδοχών του Αρχιεπισκόπου και των Μητροπολιτών από το κράτος, αλλά λόγω του λεξιλογίου και του σκεπτικού περί Εκκλησίας και θρησκείας εν γένει. Παραπέμπω κάποια από τα γραφόμενά του: «Σε δασκάλους, σε γιατρούς… που προσφέρουν ουσιαστικά στο σύνολο και όχι μεταφυσικά στο ποίμνιό τους… η πολιτική λειτουργία των ιερέων να συνεχίσει να αποδίδει τους προπαγανδιστικούς καρπούς της απρόσκοπτα… αν το χρήμα πήγαινε για μια φορά στην τήβεννο και όχι στα άμφια, μπορεί οι επιστήμονες να επέστρεφαν…».
Για μια στιγμή κινήθηκα σε γεωπολιτικά νερά δεδομένου ότι σήμερα αρέσκονται να μιλούν για προπαγάνδα οι «Δυτικοί» και οι Ρώσοι. Εν προκειμένω, η χρήση της λέξεως «προπαγανδιστικούς» αποκαλύπτει μια απλουστευτική και προσβλητική αντίληψη για τον δημόσιο ρόλο της Εκκλησίας και απομακρύνει κάθε προσπάθεια ουσιαστικής κριτικής σε ένα ζήτημα που προκάλεσε ερωτήματα. Γνωρίζω ότι (και) σήμερα τα του κλήρου έχουν τεράστια επίδραση στους πολίτες, ανεξαρτήτως αν κατανοούν περί τίνος πρόκειται κάθε φορά. Ας αναρωτηθούμε όμως για αρχή δύο πράγματα: από πότε ο σεβασμός σε ανώτερες αξίες –που δεν τις αγγίζουν τα δικά μας θέλω και πιστεύω– συνδέεται με τα οικονομικά στοιχεία και τις ανάγκες μιας χώρας; Ποιος καθιέρωσε ότι η θρησκεία μεταρσιώνει τον άνθρωπο μόνο διά της λατρείας και διά των εκπροσώπων της επί της γης;
*Απόφοιτος Φιλοσοφίας με μεταπτυχιακές σπουδές στο Θέατρο και τη Δημιουργική Γραφή, Αθήνα
