Τα ρουσφέτια του Όθωνα και οι «λαδωμένοι»

Κύριε διευθυντά

Γιατί ένας πολίτης, ελεύθερος άνθρωπος, με δικαίωμα συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων στη διακυβέρνηση της χώρας του, να θέλει να γίνει πολιτευτής, πολιτευόμενος και να καταντάει συνειδητά ή όχι πολιτικάντης;

Πριν από λίγες μέρες καθόμουνα σ’ ένα καφενείο με καμιά δεκαπενταριά φίλες και τους έκανα αυτήν ακριβώς την ερώτηση. Γιατί νομίζετε ότι ένας πολίτης αποφασίζει να ασχοληθεί με την πολιτική; Η πλειοψηφία απάντησε «για να βγάλει χρήματα».

Για να είμαστε ειλικρινείς, ο μισθός και οι συντάξεις των υπουργών και των βουλευτών, παρά τη μείωσή τους, είναι μάλλον από τους υψηλότερους της ∆ημόσιας ∆ιοίκησης. Προσθέστε τα επιδόματα και τις αποζημιώσεις για επιτροπές, οργάνωση γραφείου, κίνησης κ.λπ., πολύ καλός φαίνεται. Υπάρχουν και υψηλότεροι πάντως.

Μια άλλη απάντησε, για να γίνει γνωστός, να ξεχωρίσει, και κάποια άλλη, γιατί ήταν και ο παππούς του και ο πατέρας του και ακολούθησε το οικογενειακό επάγγελμα. Ονόματα δεν λέμε, οικογένειες δεν θίγουμε. Εντάξει, και κάποιοι για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην πατρίδα. Το κατ’ εκτίμηση ποσοστό δεν αναφέρθηκε.

Παρεμπιπτόντως όλες οι φίλες ήταν γύρω στα 70, επιστημόνισσες.

Σημαντικό ρόλο στην απάντησή τους αυτή πρέπει να έπαιξαν βέβαια τα γεγονότα/αποκαλύψεις της τελευταίας χρονιάς και η προβολή τους από τα μέσα ενημέρωσης. Τι όμορφος κόσμος!

Οταν ήμουν κοριτσάκι ρώτησα γιατί λέμε «λαδώνεται». Μου εξήγησαν ότι κάποια εποχή οι ψηφοφόροι έστελναν στον βουλευτή της περιοχής τους έναν τενεκέ λάδι. Εμείς που δεν είχαμε κανένα πολιτικό στην οικογένεια, το είχαμε σε πήλινο πιθάρι, στο κελάρι.

Οταν πέρασα στην εφηβεία, η γιαγιά μου μού τόνισε να φροντίσω να μην μπλέξω με πολιτικό, γιατί θα μου φάει την προίκα. Κάτι είχε αλλάξει…

Οταν μπήκα στο Πολυτεχνείο και ήρθα σ’ επαφή με τις πολιτικές νεολαίες, ο πατέρας μου μού είπε: «Κοίταξε, κάνε ό,τι πιστεύεις. Μόνο να ξέρεις, πολιτική και τιμιότητα δεν πάνε παρέα». Σημειωτέον ότι είχε χρηματίσει για ένα διάστημα, μετά τον πόλεμο, γενικός γραμματέας του υπουργείου Ανοικοδομήσεως, απ’ όπου παραιτήθηκε μετά από λίγο, για ευνόητους λόγους.

Ετσι και εγώ αποφάσισα να ασχοληθώ με την εκπαίδευση, μιας και «λένε» ιερείς, γιατροί και εκπαιδευτικοί ασκούν λειτούργημα και όχι επάγγελμα. «Λένε». Πάντως, όπως και να έχει, είναι και αυτό μια κοινωνική επιλογή.

Οπωσδήποτε οι καθηγητές και οι δάσκαλοι φακελάκια δεν παίρνουν (ομιλεί η πείρα). Υπάρχουν όμως τόσοι τρόποι για να πεις ευχαριστώ. Το ρουσφέτι έχει διάφορες μορφές.

Ακόμη και ο Οθωνας έκανε ρουσφέτια, διορίζοντας σε θέσεις προϊσταμένων στο ∆ημόσιο, Βαυαρούς, με πολύ λιγότερα προσόντα από τους Ελληνες και πολύ μεγαλύτερες αποδοχές. Οι εφημερίδες της εποχής βοούν. Λοιπόν τι κάνουμε; Ομολογώ ότι δεν έχω ιδέα. Ο,τι κι αν πω θα είναι απλά και μόνο ελπίδες και πόθοι.

Ο Μπρεχτ μιλούσε συχνά για την ανάγκη καταστροφής παλιών συνηθειών, τονίζοντας ότι ακόμη και η Επανάσταση αναγκάστηκε να στερηθεί πολλά στον αγώνα της για την εξουσία.

Και έκανε προσπάθεια για να δώσει μια καινούργια διάσταση στο θέατρο: να μην απεικονίζει μόνο τη ζωή, αλλά να είναι ταυτόχρονα δημιουργός ζωής και συμβίωσης. Κάτι που πίστευαν και οι δικοί μας αρχαίοι συγγραφείς.

Τη λύση θα δώσει μόνο η παιδεία.

Και για να θυμηθούμε και πάλι τον Μπρεχτ, η παιδεία δίνει προτάσεις, εμείς θα τις δεχθούμε; Παραφράζοντας την επιτύμβια επιγραφή του. «Αυτός έκανε προτάσεις – εμείς τις δεχθήκαμε».

*Ομότιμη καθηγήτρια ΕΜΠ

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT