Κύριε διευθυντά
Οι τακτικοί επιστολογράφοι της «Καθημερινής» κ.κ. Β. Πουλόπουλος, απ’ το Επιτάλιο Ηλείας, και Γιάννης Κουφάκης, οφθαλμίατρος από τη Λάρισα, αναφέρθηκαν πρόσφατα σε περιπτώσεις, στην τρομερή ασθένεια της λύσσας, που μάστιζε, παλαιότερα, τη χώρα μας. Ξεφυλλίζοντας, λοιπόν, εφημερίδες του 19ου αιώνα, βρήκα πολλές «ειδήσεις» αναφερόμενες σε θύματα λυσσώντων κυνών. Παραθέτω, ενδεικτικά, δύο εξ αυτών.
ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ, 9.5.1894: «Οι λυσσόδηκτοι… κατά δεκάδας αριθμούνται τα θύματα των λυσσώντων κυνών. Εκτός των τριών παιδίων τα οποία εδήχθησαν υπό κυνός εις τους Αμπελόκηπους και μια γαλή έδηξε τέσσαρας ανθρώπους. […] Η Αστυνομία ευρεθείσα προ της εκτάκτου ταύτης πληθώρας των λυσσώντων κυνών έλαβε δραστήρια μέτρα προς εξόντωσιν αυτών».
Η ΠΟΛΙΣ, 29.12.1894: «Εν Ελευσίνι όνος λυσσών έδηξε δύο ανθρώπους και τρεις άλλους όνους. Κατά διαταγήν του αστυνόμου ο όνος εφονεύθη, η δε κεφαλή του θα μεταφερθή εις Αθήνας όπως εξετασθή εις το λυσσοκομείον του κ. Παμπούκη».
Αλλά ας μου επιτραπή να αναφερθώ σ’ ένα τραγικό περιστατικό που συνέβη κατά την ανελέητη εμφύλια σύγκρουση των ετών 1946-1949, εις το παραμεθόριο χωριό μου, Λεια, σκαρφαλωμένο ψηλά στη Μουργκάνα, το οποίο κατείχαν στρατιωτικά οι αντάρτες του λεγόμενου ΔΣΕ.
Λυσσασμένος σκύλος δάγκωσε νεαρό προεφηβικής ηλικίας, τον Χρήστο Σιόπλο. Μετεφέρθη υπό των ανταρτών στη γειτονική Αλβανία, στο λιμάνι του Δυρραχίου.
Εκεί ένας άλλος χωριανός μου, ο μακαρίτης Κώστας Μπέσιας, ο οποίος είχε μεταφερθεί και αυτός στο Δυρράχιο, μου εξιστόρησε ότι ο λυσσόδηκτος Χρήστος απεμονώθη εις κλειστό δωμάτιο και εξεμέτρησε το ζην, ουρλιάζοντας και καταξεσχίζοντας τις σάρκες του…
*Μοναστηράκι Δωρίδος
