Κύριε διευθυντά
Το ρουσφέτι επανήλθε στην επικαιρότητα και, κατά κανόνα, βάλλεται πανταχόθεν.
Αλλά το φαινόμενο δεν είναι μόνον ελληνικό.
Συνήθως ευδοκιμεί στα δημοκρατικά καθεστώτα, εις τα οποία, εν πολλοίς, υφίσταται η προσωπική σχέση πολιτικού και ψηφοφόρου. Προσπάθειες περιορισμού του γίνονται, αλλά (το ρουσφέτι) αποδεικνύεται λίαν ανθεκτικό και γι’ αυτό διαχρονικό.
Κυριαρχούσε ακόμα και στην Αμερική του 1870.
Ηταν φαίνεται τόσο ισχυρή η πίεση των ψηφοφόρων προς τους αιρετούς άρχοντες για διορισμό στο Δημόσιο, ώστε ο γερουσιαστής του Ιλινόι, Τράμπουλ, κατέθεσε πρόταση νόμου, κατά την οποίαν όποιος βουλευτής ή γερουσιαστής προτείνει οιονδήποτε να προσληφθεί εις το Δημόσιο, να υπόκειται στην ποινή της καταβολής 1.000 δολαρίων εις το δημόσιο ταμείο.
Και περαιτέρω να «επιτρέπεται δ’ απλώς εις τον Γερουσιαστήν ή εις τον βουλευτήν να συστήση εγγράφως πρόσωπόν τι, περί ου ο Πρόεδρος ή τις των υπουργών ήθελε ζητήση πληροφορίας […] Σπουδαίας ο κ. Trumbull σκοπεί να θεραπεύση καταχρήσεις διά του νομοσχεδίου του. Αι καταχρήσεις αυταί υφίστανται κατά το μάλλον ή ήττον πανταχού των Συνταγματικών κρατών τόσω δ’ εισίν ερριζωμένου ώστε οιονεί αδύνατος φαίνεται η απαλλαγή απ’ αυτών […]» – εφημερίς ΑΙΩΝ, 12.1.1870.
Μήπως πρέπει να ψηφισθεί από το ελληνικό κοινοβούλιο ανάλογη πρόταση νόμου;
*Μοναστηράκι Δωρίδος
