Κύριε διευθυντά
Αφορμή για την επιστολή μου στάθηκε το όμορφο κείμενο του Νίκου Βατόπουλου, «Αθηναϊκή σκηνογραφία» («Κ» 22/4), αναφερόμενο στη λεωφόρο Βασιλίσσης Ολγας. Κι αυτό, για να αναφερθώ στην καίρια σκηνική δραματοποίηση, που πρόσφερε το άγαλμα του Βύρωνα –ένα μνημείο της λεωφόρου– στο υπέροχο βιβλίο του Στράτη Μυριβήλη, «Τα παγανά».
Κείμενο, που όπως μας εκμυστηρεύεται ο συγγραφέας ξεκίνησε από το σπίτι του Κωνσταντίνου και της Ιωάννας Τσάτσου.
Μόνιμος καλεσμένος τού, επινοημένου, ζεύγους των οικοδεσποτών, στα χειμωνιάτικα απόδειπνα του αρχοντικού της οδού Κυδαθηναίων, ο κύριος Γεράσιμος Παρασκευάς, ένα Ηπειρωτάκι που, πρεσβύτης πια, είχε κατακτήσει τις κορυφές της αθηναϊκής ιντελιγκέντσιας.
Η (φτωχή μου) αποσπασματική διήγηση, με τα λόγια του συγγραφέα, ξεκινά με τον σοφό ακαδημαϊκό, αποκαρωμένο να έχει παραδοθεί σύψυχος στις ηπειρώτικες αναμνήσεις και τις ιερές μορφές – προσωπίδες, που αναδυόμενες ανάμεσα στις φλόγες του τζακιού, μόρφαζαν με πίκρα και απελπισία. Ηταν πολλή η δυστυχία εκεί πάνω. Κυρίαρχη ανάμεσά τους, η Μπάμπω, που σα την παρακαλούσαν να τους πει κάνε παραμύθι, εκείνη κουνούσε το κεφάλι κι έλεγε: «παραμύθι είμ’ εγώ, παραμύθι τι να πω…». Και διηγήσεις, όπως το περιστατικό του μπάρμπα Λευτέρη, με την αρκούδα: Ενα θεόρατο αγρίμι, με το οποίο ανταμώθηκαν κούτελο με κούτελο, έτοιμη να χιμήξει. Να ‘ταν κανένας πρωτάρης θα το είχε βάλει στα πόδια και τότε ξεγράψτε τον. Εκείνος, όμως, ξέροντας τα φυσικά του θεριού, άρχισε να αποτραβιέται πισωπατώντας, λέγοντας με μαλακή φωνή, στα βλάχικα: «Σιέτζ γκίνε τέτα Μάρω»…» – «Κάτσε καλά θεια Μάρω». Κι η αρκούδα τον άφησε να φύγει, δεν του πείραξε τρίχα.
Στο τέλος της βραδιάς, είπε να γυρίσει με τα πόδια στο σπίτι, σε μια ανηφοριά του Αρδηττού. Ομως, εκεί κοντά στο άγαλμα του Βύρωνα μια ζαλάδα τον σταμάτησε. Να ‘ταν από τις κανακεμένες μπενεντικτίνες της οικοδέσποινας; Σήκωσε τα μάτια στο άγαλμα. Μια μεσόκοπη γυναίκα τσίτσιδη κρέμαζε πάνω από έναν μικροκαμωμένον Βύρωνα κάτι πελώρια στήθια παραμάνας. Ηταν η εποχή που οι ξένοι έβλεπαν την Ελλάδα «τροφόν των λαών». Εύγλωττη η επιγραφή στο μνημείο: «Η Ελλάς τον Βύρωνα». Ενθαρρυμένος από την καθησυχαστική αθωότητα του μικρού λόρδου, και σαν να συνέχιζε την κουβέντα πάνω στο θέμα της βραδιάς, γύρω από το τραγικό στοιχείο της ζωής, θα ψιθυρίσει μέσα του: «Πιστεύεις, μικρέ μου λόρδε, πως ο κύριος με το καπέλο και το μπαστούνι που βλέπεις, πέρασε τη ζωή του χωρίς το δικό του Μεσολόγγι;».
Για να ιδούμε, για να ιδούμε και το δικό σου δράμα κύριε Γεράσιμε Παρασκευά… Πού τη χάλασες τη ζωή σου; ∆ούλε πονηρέ, τι την έκαμες την ψυχή σου; Σα φάντασμα εμφανίστηκε μπροστά του η αυστηρή μορφή παντοδύναμου καθηγητή των φοιτητικών του χρόνων… Τον επήρε κοντά του, τον έστειλε στη Γερμανία, τον έκανε βοηθό του και χωρίς δυσκολία καθηγητή. Κατόπιν τον πάντρεψε με την Αριάδνη, τη μοναχοκόρη και κληρονόμα του. Μπήκε στο αρχοντόσπιτο νικημένος καταχτητής, αιχμάλωτος νικητής. Εβαλε κόπο να πάρει τον αέρα του αφέντη και να μεταχειριστεί τα πράγματα του σπιτιού.
Τα κατάφερε όλα. Μόνο την Αριάδνη δεν μπόρεσε να φέρει στα ρηχά του. Είχε έναν τρόπο αυτή η γυναίκα να γκρινιάζει χωρίς λόγια, με κάτι αναστενάγματα, κάτι διακριτικά βηξίματα που έλεγαν: «Σας περίμενα κύριε … όσο εσείς φλυαρούσατε με νεαρές κυρίες…». Εμπαινε τότες δειλά στην κρεβατοκάμαρη. Την άκουγε να μετακινείται, εκφραστικά, κάνοντας να τρίζουν απαίσια εκείνα τα αμέτρητα χαρτάκια στα μαλλιά της…
Ενα κοκόρι λάλησε από τη μεριά του Ολυμπιείου. Πώς πέρασε η ώρα… Απόψε θα γκρινιάζει πάλι η Αριάδνη, συλλογίστηκε. Θα γκρινιάζει … Και την είδε μέσα στη φαντασία του να στριφογυρνά, ν’ αναστενάζει πάνω στο καρυδένιο κρεβάτι, με τα χαρτάκια να τρίζουν στα μαλλιά της. Χωρίς να το θέλει, ψιθύρισε παρακαλεστικά: «Σιέτζ γκίνε τέτα Μάρω…».
*Βούλα
