Kύριε διευθυντά
Με αφορμή το ένθετο της «Κ», «Μεγάλες Mάχες του Ελληνισμού», στο φ. 24.3.2026, αναφερόμενο και στον Αθανάσιο ∆ιάκο, θα ήθελα να αναφερθώ σε δύο περιστατικά που έχουν σχέση με τον μαρτυρικό θάνατό του.
Ετσι κατά την «είδηση» της αθηναϊκής εφημερίδος ΝΕΑ ΕΦΗΜΕΡΙΣ της 3.1.1888:
«Τηλεγραφούσιν εξ Αμφίσσης. Συγκινητική σύμπτωσις εντός του Χανίου της Γραβιάς σήμερον ανεκαλύφθη ο τάφος του αιμοχαρούς Χαλήλ Βέη με ελληνικήν επιγραφήν: “ήρως Χαλήλ Βέης, 21 Μαΐου 1821”. Ο Βέης ούτος ήτο ο σουβλήσας ιδίαις χερσίν τον Αθανάσιον Διάκον […]».
Κατά την «είδηση» της ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑΣ της 15.4.1889: «Απεβίωσεν εν Λαμία εις ηλικίαν 94 ετών ο λεπτουργός Φίλιος Αλεξίου, ον κατά το 1821 οι εν Λαμία κρατούντες Οθωμανοί βία και ραβδισμοίς ηγγάρευσαν να λεπτύνη και παρασκευάση τον πάλον, δι’ ου ο ήρως Αθανάσιος Διάκος ανεσκολοπίσθη. Ο δυστυχής γέρων επί ήμισυ και πλέον έκτοτε αιώνα ζήσας, ουκ επαύετο ευχόμενος τω πανοικτίρμονι Θεώ ίνα συγχωρήσει το ακούσιον εκείνο αμάρτημα».
Αλλά δεν είναι επίσης πολύ γνωστό ένα θαυμάσιο λυρικό και σύντομο ποίημα του αυτόχειρα ποιητή Κώστα Καρυωτάκη, ο οποίος περιγράφει την έξαρση της εκθαμβωτικής άνοιξης της Ρούμελης, στο περιβάλλον της οποίας υπέστη το τρομερό μαρτύριο, που οδήγησε στον θάνατο τον Αθ. Διάκο.
Η προσέγγιση του ποιητή δεν έχει ηρωικό τόνο, αλλά παρά την έντονα απαισιόδοξη τάση που χαρακτήριζε τον Κ. Καρυωτάκη, έχει μια κατάφαση της ζωής:
ΔΙΑΚΟΣ
Μέρα του Απρίλη. Πράσινο λάμπος, γελούσε ο κάμπος με το τριφύλλι.
Ως την εφίλει το πρωινό θάμπος, η φύση σάμπως γλυκά να ομίλει.
Εκελαδούσαν πουλιά, πετώντας όλο πιο πάνω.
Τ’ άνθη ευωδούσαν. Κι είπε απορώντας:
«Πώς να πεθάνω;»…
*Μοναστηράκι Δωρίδος
