Κύριε διευθυντά
Η επίμονη ανατίμηση βασικών αγαθών, τροφοδοτούμενη και από μια σειρά εκτάκτων εξωγενών αναταράξεων, οδηγεί, εξαιτίας κυρίως των τελευταίων, συχνά σε τριβές και καχυποψία, μεταξύ κυβέρνησης και εκάστοτε επιχειρηματικών κλάδων. Κάτι που θέτει εν αμφιβόλω την ηθική λειτουργία της αγοράς, ενώ αναστέλλει τη μεταρρυθμιστική ανάγκη για απορρύθμιση των συναλλαγών. ∆ύο ζωτικά ζητήματα, αυτά, που η αντιμετώπισή τους αποτελεί πρόκληση για τη σύγχρονη οικονομική διακυβέρνηση. Και, βεβαίως, άκρως βλαπτικά για την υπόσταση της ελληνικής επιχειρηματικότητας, εν συνόλω, ως συντεχνίας.
Οι ακόλουθες θεωρητικές σκέψεις αναδεικνύουν τις αξιακές και ηθικές προϋποθέσεις, ως βασικό υγιές προαπαιτούμενο ενάσκησης κάθε επιχειρηματικής δραστηριότητας. «Η αγορά είναι αποτελεσματική, όχι παρά την ύπαρξη της ηθικής, αλλά ακριβώς χάρη σ’ αυτήν». Ο Ανταμ Σμιθ δεν αποθέωσε μόνο το ατομικό συμφέρον, αλλά έγραψε και τη «Θεωρία των ηθικών συναισθημάτων», βάσει της οποίας, χωρίς την εμπιστοσύνη μεταξύ των συναλλασσομένων και την, εκ των έσω, περιφρούρηση της εύρυθμης λειτουργίας του συστήματος, ο καπιταλισμός δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει.
Η ηθική αποδίδει. Με πρακτικούς μετρήσιμους όρους. Χωρίς την αναμενόμενη αμοιβαία άτυπη τήρηση των υποσχέσεων, το συναλλακτικό κόστος θα ήταν απαγορευτικά υψηλό.
Η εντιμότητα απελευθερώνει. Γίνεται κανείς πραγματικά ελεύθερος, όχι όταν απουσιάζουν φραγμοί και κανόνες, αλλά όταν αυτοί υπάρχουν και λειτουργούν. Εν προκειμένω, ως διάχυτο εταιρικό στρατηγικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Εξάλλου, ακόμα κι αυτοί που δεν ενθαρρύνουν την τιμιότητα, δεν μένουν ασυγκίνητοι από την επαφή τους με το έργο ή την παρουσία τιμίων ανθρώπων.
Το επιχειρείν είναι ένα ευγενές επάγγελμα. Η ουσία του συνίσταται στο να αποκτάς και να διατηρείς έναν πελάτη. Κι αυτό, ικανοποιώντας συνεχώς τις ανάγκες του, έναντι ενός κέρδους που ικανοποιεί συνεχώς τις δικές σου ανάγκες. Από το άλλο μέρος, οι κοινωνίες έχουν υπολογίσει και αποδεχθεί ότι τη διακινδύνευση του επιχειρείν είναι καλύτερα να την αναλαμβάνουν ιδιώτες. Αυτό, από τα μισά του 19ου αι., στη Μ. Βρετανία, με την εμφάνιση του μεγαλειώδους θεσμού της ανώνυμης μετοχικής εταιρείας. Μια μορφή οργάνωσης που, μεταξύ των άλλων, μετατρέπει τις επινοήσεις εξαιρετικών μυαλών σε πρακτικά και εμπορικά εκμεταλλεύσιμες εφαρμογές.
Εκτοτε, τμήμα της περιουσίας των εταιρειών είναι και το άυλο κεφάλαιό τους, συνιστάμενο κυρίως από την ευδιάκριτη συναλλακτική ηθική συμπεριφορά και την τεχνογνωσία τους. Ενα μέγεθος, που από το τέλος του προηγούμενου αιώνα θα απογειωθεί δραματικά, καθώς η αξία και η συγκρότηση των «εργατών της γνώσης» άρχισαν να υποσκελίζουν τα υλικά στοιχεία του ενεργητικού τους.
Οταν, λοιπόν, μια εταιρεία, εν ονόματι μιας βολικής «ηθικής ευρυχωρίας», διακινδυνεύει επιπόλαια, έναντι ενός βραχυπροθέσμου οφέλους, την απαξίωση αυτών των στοιχείων, είναι σαν να ρευστοποιεί μέρος της περιουσίας της. Συγχρόνως, αδικεί συλλήβδην έναν τόσο σημαντικό κλάδο, προσάπτοντάς του μια ηθική ετικέτα που δεν του αξίζει.
Ο Ανταμ Σμιθ, για να επανέλθουμε σ’ αυτόν, είχε μια ευγενική άποψη για την ανθρώπινη φύση και μια χρησιμοθηρική θέση για την ηθική. Μέσω της εχέφρονος «πεφωτισμένης γόνιμης ιδιοτέλειας» εκάστου των κοινωνικών εταίρων, η ελεύθερη αγορά καταφέρνει, κυλιομένως, να επανευρίσκει το σημείο ισορροπίας, ώστε όλοι να είναι ευχαριστημένοι: Οι επιχειρήσεις με κέρδη, οι πολίτες-καταναλωτές με δουλειές και καλά προϊόντα, και οι κυβερνήσεις με φόρους.
*Βούλα
