Κύριε διευθυντά
Θεωρώ ότι τα περιστατικά τύπου ΟΠΕΚΕΠΕ οφείλονται, κατά κύριο λόγο, σε δύο υποκείμενες αιτίες.
Η πρώτη είναι η κατάρρευση της έννοιας της διάκρισης εξουσιών, την οποία συχνά και ορθότατα ποιών, επισημαίνει ο κ. Μανδραβέλης, και η οποία βρίσκει την κορυφαία ίσως εκδήλωσή της στον ρόλο του Ελληνα βουλευτή. Ενώ δηλαδή τύποις οι Ελληνες βουλευτές εκλέγονται για να ασκούν τη νομοθετική εξουσία, αυτό δεν το πιστεύουν ούτε οι ίδιοι για τον εαυτό τους, ούτε οι ψηφοφόροι τους. Απαντες θεωρούν ότι οι βουλευτές έχουν δικαιώματα επί της εκτελεστικής εξουσίας, ανεξαρτήτως του αν συμμετέχουν στην κυβέρνηση ή όχι. Ετσι οι βουλευτές, με πολλές βεβαίως αξιόλογες εξαιρέσεις, θεωρούν δικαίωμά τους να επιτελούν παρεμβάσεις υπέρ των ψηφοφόρων τους. Για να είμαστε όμως ειλικρινείς, εμμέσως το Σύνταγμα τους εμπλέκει στην εκτελεστική εξουσία, αφού η ψήφος τους είναι απαραίτητη στον εκάστοτε πρωθυπουργό για να διατηρήσει τη δεδηλωμένη. Οι πρωθυπουργοί ελάχιστα περιθώρια έχουν για να επιβάλλουν στους βουλευτές τη μη ανάμειξή τους στη διοίκηση. Και ενώ προεκλογικά ομιλούν για «μικρό και ευέλικτο κυβερνητικό σχήμα», όλοι καταλήγουν με κυβέρνηση 60 μελών, τα οποία μάλιστα εναλλάσσονται, ώστε να γευθούν όσοι το δυνατόν περισσότεροι τη χαρά της κατ’ ευθείαν εκτελεστικής εξουσίας.
Η δεύτερη αιτία είναι πλήρης επικράτηση της συναλλακτικής σχέσης ψηφοφόρου προς τον βουλευτή. Παλαιότερα η ψήφος επηρεαζόταν και από ιδεολογικούς λόγους, προσωπικές συμπάθειες ή κομματικές ταυτότητες. Τώρα, επικρατεί το προσωπικό συμφέρον. Και στις μεν πόλεις η ικανοποίηση του προσωπικού συμφέροντος αναζητείται μέσα από ρυθμίσεις όπως η μείωση της φορολογίας, η βελτίωση της δημόσιας υγείας, παιδείας κ.λπ., ενώ στην επαρχία συνήθως ως συμφέρον εννοείται το στενά προσωπικό, η ικανοποίηση αιτήματος για ενίοτε παράνομη διευθέτηση. Οταν δε ο αιτών τη «διευθέτηση» ελέγχει μέσω της φαμίλιας εκατοντάδες ψήφους, ο βουλευτής δεν είναι εύκολο να αρνηθεί.
Τα προεδρικά συστήματα διακυβέρνησης επιλύουν σε μεγάλο βαθμό το ζήτημα της διάκρισης εξουσιών: Ο Πρόεδρος ασκεί την εκτελεστική εξουσία, ενώ η Βουλή νομοθετεί. Εχουν όμως το μείζον ελάττωμα ότι σε περίπτωση cohabitation, όταν δηλαδή η πλειοψηφία στη Βουλή πρόσκειται σε κόμμα άλλο από αυτό του Προέδρου, η κυβέρνηση παραλύει, διότι οι νόμοι που προτείνει η κυβέρνηση καταψηφίζονται στη Βουλή. Στα καθ’ ημάς, τα λεγόμενα περί ασυμβιβάστου βουλευτικής και υπουργικής ιδιότητος, περί μονοεδρικών περιφερειών κ.λπ. ουδόλως θα περιόριζαν τα φαινόμενα αθέμιτων παρεμβάσεων, αφού δεν θίγουν τις παραπάνω εκτεθείσες υποκείμενες αιτίες. Εκτιμώ ότι θα βοηθούσε μία συνταγματική αλλαγή, όπου, κάτω από αυστηρές προϋποθέσεις, ο διαγραφόμενος βουλευτής θα ήταν υποχρεωμένος να παραδώσει την έδρα του. Τούτο θα επέτρεπε στο να μην κρέμεται η κάθε κυβέρνηση από τις διαθέσεις λίγων βουλευτών. Βεβαίως και η πρόχειρη πρότασή μου αυτή έχει τα δικά της τρωτά. Απαιτείται μία μελέτη από έγκριτους συνταγματολόγους, ώστε στην προτεινόμενη συνταγματικά αναθεώρηση να περιληφθούν διατάξεις που να περιορίζουν το φαινόμενο.
