Κύριε διευθυντά
Στις 12/6/2025 η «Καθημερινή» δημοσίευσε μια πολύ καυστική μου επιστολή για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Εκτοτε το θέμα απασχολεί και τα πρωτοσέλιδα. Ενα πρόσφατο ενδιαφέρον δημοσίευμα είναι του συντάκτη σας Γιάννη Σουλιώτη, με τίτλο «∆ύο ανώνυμες καταγγελίες και μια περίεργη σύμπτωση» («Καθημερινή», 8/4/26). Με την ευκαιρία θυμήθηκα και μια σχετική ιστορία που είχε μια συγκινητική κατάληξη.
Τον Σεπτέμβριο του 1974 μερικούς μήνες μετά την πτώση της χούντας κατέβηκα στα Χανιά να δω τους γονείς μου. Ενας αδελφικός φίλος μου ζήτησε μια χάρη. Να τον ανεβάσω μαζί με ένα φίλο του με το αυτοκίνητό του στον Ομαλό, από όπου θα πεζοπορούσαν διαγωνίως των Λευκών Ορέων και θα τους παρελάμβανα την επομένη σε κάποιο σπίτι μιας φιλικής οικογένειας σε ένα κεφαλοχώρι της νότιας πλευράς. Το βράδυ θα διανυκτέρευαν στο Μιτάτο της ίδιας οικογένειας στη Λειβάδα. Πιστός στο ραντεβού ανέβηκα την επομένη στο χωριό για να τους παραλάβω. Μπαίνοντας στο χωριό ρώτησα στο πρώτο καφενείο για το σπίτι της οικογένειας. «”Εμπα μέσα να σε κεράσομε μια τσικουδιά”, ήταν η απάντηση. Μπήκα υποχρεωτικά στο καφενείο, εκεί βρίσκονταν καμιά δεκαριά άνδρες με τα περίστροφα επάνω στα τραπέζια, συστηθήκαμε και άρχισαν οι ερωτήσεις, κανονική ανάκριση δηλαδή. Αφού τις απάντησα επιτυχώς, μου έδωσαν οδηγίες για το σπίτι που έψαχνα και προχώρησα.
Φθάνοντας στο σπίτι βρήκα όλη την οικογένεια μαζεμένη – καμιά εικοσαριά άτομα, μεταξύ τους και δύο συνεσταλμένοι έφηβοι, οι μικρότεροι αδελφοί. Ημουν φαγωμένος αλλά οι πειρασμοί πάνω στο τραπέζι ήταν πολλοί. Το απογευματάκι ξεκινήσαμε με τους δύο ορειβάτες για την επιστροφή στα Χανιά.
Πέρασαν τα χρόνια και φτάσαμε στην πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα. Οι δύο έφηβοι του 1974 μεγάλωσαν, έγιναν κτηνοτρόφοι, όπως άλλωστε όλοι οι άνδρες της οικογένειας. Ο ένας από αυτούς λοιπόν παραπονέθηκε σε μια φιλική του παρέα «προθύμων», μεταξύ των οποίων και ο φίλος μου από το 1974, ότι αδικήθηκε και δεν πήρε καμιά επιδότηση γιατί τα λεφτά πήγαν σε άλλους ευνοούμενους και είχαν τελειώσει, όπως γράφει και ο κ. Σουλιώτης. Ολη η ομάδα το πήρε ζεστά και θέλησε να τον βοηθήσει. Ο κτηνοτρόφος δικαιώθηκε, θεωρούσε ότι ήταν υποχρεωμένος και προσκάλεσε όλη την παρέα για φαγοπότι, και ασφαλώς και τον φίλο μου του 1974. «Θα κάνω ό,τι μου ζητήσεις», του είπε. «Θα έλθω στο τραπέζι και θα φέρω και ένα φίλο μου», του απάντησε. «Και το συζητάς, σας περιμένω». «Ναι, αλλά δεν με ρώτησες ποιος είναι». «Ποιος είναι;». «Ο αδελφός σου!!!». «Ωφου, ντα δεν κατάφερε ο συχωρεμένος ο μεγάλος αδελφός μας να μασεφιλιώσει και πόθανε με τον καημό». «Δεν μούπες πως θα κάνεις ό,τι σου ζητήσω;». «Είπασούτο. Καλώς να ορίσετε!». Και τ’ αδέλφια φιλιώσανε, χάρη στη διορθωμένη αδικία του συστήματος των επιδοτήσεων. Τι άραγε να άξιζε περισσότερο; Η ανακτηθείσα επιδότηση ή η συμφιλίωση;
