Κύριε διευθυντά
Είναι παντελώς άδικο η συζήτηση γύρω από την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, αλλά και γενικώς των δημοσίων υπαλλήλων, να εξαντλείται με το ερώτημα «μα ποιος θα με αξιολογήσει»; Αυτό αφορά την υποκειμενική αξιολόγηση που δυστυχώς εφαρμόστηκε στο παρελθόν ανεπιτυχώς και καταργήθηκε. Μια αντικειμενική αξιολόγηση μπορεί να είναι η αυτο-αξιολόγηση. Αυτή, όσον αφορά τους εκπαιδευτικούς, ξεκινάει με ένα διαγνωστικό τεστ την πρώτη μέρα του σχολικού έτους, ώστε να διαπιστωθεί σε ποιο βαθμό η τάξη κατέχει τις προαπαιτούμενες γνώσεις για να ανταποκριθεί στο πρόγραμμα του μαθήματος που θα ακολουθήσει.
Η ανάλυση των αποτελεσμάτων θα καθορίσει το διδακτικό πλάνο του διδάσκοντα διατυπωμένο με μετρήσιμους στόχους. Στη μέση της σχολικής χρονιάς ένα νέο διαγνωστικό τεστ (όχι επίσημο) θα καθορίσει μια ενδεχόμενη μερική αναθεώρηση του αρχικού πλάνου. Ο εκπαιδευτικός συντάσσει έκθεση σχετικά με την πρόοδο των μαθητών του και την υποβάλει στον διευθυντή του σχολείου και στον αρμόδιο σχολικό σύμβουλο, οι οποίοι απαντούν γραπτώς με ενδεχόμενες εποικοδομητικές παρατηρήσεις. Στο τέλος της σχολικής χρονιάς επαναλαμβάνεται η διαδικασία, και μόνο αυτή τη φορά οι επιδόσεις των μαθητών στηρίζονται στα τυπικά πλέον τεστ και διαγωνίσματα. Ο εκπαιδευτικός υποβάλλει την τελική έκθεσή του αποτιμώντας το έργο του (ποιοι στόχοι επιτεύχθηκαν πλήρως, ποιοι μερικώς ή καθόλου και γιατί) για τη σχολική χρονιά, για κάθε μάθημα που δίδαξε. Η έκθεση αρχειοθετείται μαζί με τις τελικές παρατηρήσεις και ενδεχόμενες προτάσεις από τους δύο «αξιολογητές», που στοχεύουν κυρίως στη βελτίωση της επίδοσης του εκπαιδευτικού. Προφανώς η διαδικασία αυτή μπορεί να μεταφερθεί και στις δημόσιες υπηρεσίες, με αντικατάσταση των διαγνωστικών τεστ από δομημένες συνεντεύξεις του υπαλλήλου με προϊσταμένους αλλά και τυχόν υφισταμένους. Στην περίπτωση αυτή το ετήσιο πλάνο συντάσσεται με βάση τα προκαθορισμένα καθήκοντα που προσδιορίζουν τη θέση που κατέχει ο υπάλληλος.
*Επίτιμος Σύμβουλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου
