Το παλτό του παππού και ο αντάρτης

Κύριε διευθυντά

Το Πάσχα 1947 ήμουν 12ετής. Το χωριό μου, το ορεινό Μαλακάσι Καλαμπάκας, ήταν υπό κομμουνιστική κατοχή από το φθινόπωρο 1946. Στους τοίχους της μεγάλης εκκλησίας του χωριού, του Αγίου Νικολάου, είχαν γραφεί διάφορα κομμουνιστικα συνθήματα. Την Κυριακή των Βαΐων (1947) ο ιερέας του χωριού, ο ιερομόναχος Ανδρομανάκος, στην ομιλία του στην εκκλησία ανέφερε: «∆εν πρέπει να γράφονται πολιτικά συνθήματα στους τοίχους της εκκλησίας. Ας στήσουμε ένα μεγάλο τοίχο και εκεί ας γράφουμε ό,τι θέλουμε». Την επομένη, Μεγάλη ∆ευτέρα, ο ιερομόναχος συνελήφθη από όργανα του ΕΑΜ, οδηγήθηκε στο ανταρτοδικείο και τη Μεγάλη Παρασκευή (1947) εκτελέστηκε με άγριο τρόπο, όπως μάθαμε αργότερα.

Σύντομα, μετά το Πάσχα 1947 άρχισαν οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του Εθνικού Στρατού στην περιοχή μας, που είχαν κωδική ονομασία «Επιχείρησις Αετός». Μία από τις ενέργειες των ανταρτών του ΕΛΑΣ στο Μαλακάσι τον Απρίλιο 1947 πριν το εγκαταλείψουν γιατί κινδύνευαν να εγκλωβιστούν από τον Εθνικό Στρατό, ήταν μια νυκτερινή επιχείρηση που είχε ως σκοπό τη συγκέντρωση ρουχισμού. Στόχος τους ήταν κυρίως τα σπίτια που γλίτωσαν από τις φλόγες των Γερμανών το 1943 και 1944. Ενα τέτοιο σπίτι ήταν και το δικό μας. Μια επόμενη νύχτα περασμένα μεσάνυχτα, ακούσαμε δυνατά χτυπήματα στην εξώπορτα. Ολοι ξυπνήσαμε, αλλά μόνον οι μεγάλοι φόρεσαν κάτι επάνω τους και σηκώθηκαν. Τα τρία παιδιά μείναμε ξαπλωμένα κάτω από την κοινή φλοκάτη, βελέντζα. Στα επανειλημμένα χτυπήματα στην πόρτα απάντησε ο παππούς Περικλής (πατέρας της μάνας), αφού φόρεσε το βαρύ παλτό που είχε φέρει από τη Ρουμανία.

Ο πατέρας απουσίαζε στα Τρίκαλα.

– Ποιος είναι;

– Ανοίξτε. Πρέπει να κάνουμε έρευνα.

Ο παππούς δυνάμωσε το φως της λάμπας που κρατούσε στο ένα χέρι και άνοιξε την πόρτα. Δύο ένοπλοι αντάρτες τον προσπέρασαν χωρίς καν να του μιλήσουν και με τη βοήθεια φακών προχώρησαν μέσα στο σπίτι. Οταν έφτασαν στην πόρτα του καθημερινού δωματίου, πέταξαν τα φώτα των φακών τους επάνω στην απλωμένη βελέντζα που σκέπαζε εμένα και τις δύο νεότερες αδελφές μου. Πατώντας ανάμεσά μας, ερεύνησαν τα ρούχα που ήταν κρεμασμένα στον τοίχο, επάνω από τα κεφάλια μας. Δεν βρήκαν κάτι κατάλληλο για να πάρουν. Μετά ερεύνησαν το μεγάλο σεντούκι της γιαγιάς και τα μπαούλα του παππού και της μάνας. Από αυτά κάτι πήραν, αλλά όχι πολλά πράγματα. Ηρεμήσαμε όταν τους είδαμε στον διάδρομο να φεύγουν. Δεν πρόλαβε ο παππούς να κλείσει την εξώπορτα πίσω τους και ακούστηκαν φωνές.

– Παππού, άνοιξε! Κάτι ξεχάσαμε.

Πράγματι, δεν είχαν τελειώσει. Μόλις η πόρτα ξανάνοιξε, ένας ένοπλος αντάρτης πρόσταξε:

– Βγάλε το παλτό σου, παππού. Εσύ είσαι μέσα στο σπίτι και δεν κρυώνεις. Εγώ το χρειάζομαι γιατί βαδίζω στα χιόνια.

Ο παππούς φορούσε το χονδρό και ακριβό παλτό, ως πρόχειρο κάλυμμα επίτηδες, γιατί νόμιζε ότι δεν θα τολμούσαν να το βγάλουν από επάνω του. Δυστυχώς, η μέθοδός του δεν ήταν ασφαλής. Ο παππούς έχασε το παλτό του, μόνον. Τον είδαμε χαρούμενο!

ΥΓ.: Από το βιβλίο μου «Η καρυδιά με τους νουμάδες»

*Καρδιοχειρουργός

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT