
Κύριε διευθυντά
Το χωριό μου, Αλιάκμων Βοΐου Κοζάνης, διέθετε ένα διθέσιο ∆ημοτικό Σχολείο και δύο δασκάλους. Κατ’ ανάγκην στην κάθε αίθουσα έκαμναν μάθημα 40-45 μαθητές τριών διαφορετικών τάξεων. Το σχολικό έτος 1948-49 το σχολείο μας ήταν κλειστό. ∆ιότι ο δάσκαλός μας Σπύρος Σαλίκος βγήκε αντάρτης στο βουνό. Για να μη χάσω χρόνο πήγα στο σχολείο της Νεάπολης. Οπου η κυβέρνηση είχε συγκεντρώσει τους κατοίκους εφτά χωριών με σκοπό να τους προφυλάσσει από τις επιθέσεις των ανταρτών και για να μη βρίσκουν οι αντάρτες στα χωριά ζώα και τρόφιμα. Κυρίως όμως για να μη βρίσκουν άντρες και γυναίκες για βίαιη επιστράτευση.
Την πρώτη μέρα ξεκινήσαμε από το χωριό μου δώδεκα παιδιά. Ωστόσο, μέσα σε δυο βδομάδες έμεινα να πηγαινοέρχομαι στο σχολειό μόνος. Με τα πόδια. Σε ηλικία εννιά ετών. Η διαδρομή διαρκούσε 90 λεπτά. Και περπατούσα σε ναρκοθετημένο δρόμο. Πριν τον ελέγξουν οι ναρκοανιχνευτές, που προηγούνταν μιας τεράστιας φάλαγγας στρατιωτικών αυτοκινήτων. Η φάλαγγα μετέφερε στρατιώτες και πολεμοφόδια από την Κοζάνη στην Καστοριά, που βρισκόταν κοντά στον Γράμμο και στο Βίτσι. Οπου υπήρχαν τα πεδία των μαχών. Από τις έξι αίθουσες του Δημοτικού Σχολείου της Νεάπολης τρεις στέγαζαν το διοικητήριο της Ταξιαρχίας του Στρατού.
Και οι τρεις χρησίμευαν ως αίθουσες διδασκαλίας. Στην αίθουσα, όπου ήταν η τάξη μου, η Τετάρτη Δημοτικού, στεγαζόμασταν 114 παιδιά. Επειδή εγώ δεν είχα θρανίο, καθόμουν στο περβάζι του παραθύρου.
Το Γυμνάσιο Τσοτυλίου, όπου φοίτησα, βρισκόταν τρεις ώρες δρόμο με τα πόδια ή με το γαϊδούρι, μακριά από το χωριό μου. Γι’ αυτό, επί έξι συνεχή χρόνια διέμενα στο Τσοτύλι. Από τον Σεπτέμβριο μέχρι τον Ιούνιο, με διακοπές τα Χριστούγεννα, το Πάσχα και το καλοκαίρι.
Μαζί με άλλους τρεις συμμαθητές μου έμενα σε ενοικιαζόμενο δωμάτιο. Ετσι ζούσαμε χωρίς γονεϊκή επίβλεψη καθ’ όλα τα τρυφερά εφηβικά μας χρόνια.
Από τους γονείς των συμμαθητών μου ελάχιστοι είχαν φοιτήσει σε Γυμνάσιο. Οι περισσότεροι ήταν απόφοιτοι Δημοτικού.
Στον πρώτο χρόνο η τάξη μου είχε 122 αγόρια και 14 κορίτσια. Επειδή δεν μας χωρούσε η κανονική αίθουσα διδασκαλίας, την ένωσαν με την αίθουσα πολιτιστικών εκδηλώσεων. Το πρόγραμμα μαθημάτων τού πρώτου έτους ήταν το ακόλουθο: Δευτέρα, Τρίτη και Τετάρτη δύο ώρες μάθημα κάθε μέρα: την πρώτη Αρχαία και τη δεύτερη Νέα Ελληνικά. Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο διδασκόμασταν Θρησκευτικά, Ιστορία, Μαθηματικά και Φυσική. Από τις οχτώ το πρωί μέχρι τις δώδεκα το μεσημέρι. Λόγω έλλειψης διδακτικού προσωπικού είχαμε μόνον δύο καθηγητές: έναν μαθηματικό για τα Μαθηματικά και τη Φυσική και έναν θεολόγο για όλα τα υπόλοιπα μαθήματα. Και φυσικά δεν ήταν δυνατόν να γίνει λόγος για φροντιστήριο. Διότι τότε δεν υπήρχε φροντιστήριο στο Τσοτύλι. Ούτε στην Κοζάνη. Ούτε στην Καστοριά.
Την ώθηση να γράψω αυτή την επιστολή μού την έδωσαν οι αναμνήσεις τής «μαμάς+γιαγιάς» κυρίας Μάρως Καρδαμίτση Αδάμη, που δημοσιεύθηκαν στο φύλλο τής «Κ» στις 16/4. Η φοίτηση της οποίας σε Δημοτικό Σχολείο της Αθήνας (1951-57) συνέπεσε ακριβώς με την εκπαίδευσή μου σε ένα Γυμνάσιο, που απέχει περίπου 30 χιλιόμετρα από τα ελληνοαλβανικά σύνορα. Και την έγραψα θέλοντας να δείξω μερικές από τις διαφορές που υπήρχαν στην εκπαίδευση των Ελληνοπαίδων κατά τις δεκαετίες τού ’40 και ’50. Πιστεύω ότι κατά τα τελευταία χρόνια αυτές οι διαφορές μεταξύ Κέντρου και Περιφέρειας έχουν μειωθεί. Αλλά δεν έχουν εξαλειφθεί.
*Θωρακοχειρουργός, πατέρας τεσσάρων παιδιών και παππούς εννιά εγγονιών
