Κύριε διευθυντά
«Βίος ανεόρταστος μακρά οδός απανδόκευτος» έλεγε ο ∆ημόκριτος. Ο πρόσφατος εορτασμός της επετείου της 25ης Μαρτίου θα έλεγε κανείς ότι είναι ένα τέτοιο γεγονός, που αναζωογονεί την ύπαρξή μας αλλά και την ελληνική μας ταυτότητα.
Στο πνεύμα αυτό διεγείρονται ποικίλες μνήμες σχετικές με τον Αγώνα του 1821. Μία από αυτές, εξαιρετικά ευτράπελη και… πιπεράτη, είναι και αυτή σχετικά με τον καπετάν Τσάκα και τη Βασίλισσα Αμαλία, προερχόμενη από το «∆.Γ. ∆ημητρακάκη ανέκδοτα απομνημονεύματα», που ανθολογεί ο Γιάννης Βλαχογιάννης (Ιστορική ανθολογία, εκδ. Εστία):
«Ο καπετάν Τσάκας, από τους πρώτους Κλέφτες, συμπολεμιστής μα και δάσκαλος του Καραϊσκάκη, ένας δενδρόκορμος παίδαρος, αειθαλής και αρρενωπότατος, μετά το τέλος του Αγώνα αποτραβήχτηκε κάπου στα Αγραφα· έγινε κτηνοτρόφος και παντρεύτηκε στα εκατό του χρόνια(!) για τρίτη φορά…
Μια μέρα, σε περιοδεία που έκαναν ανά την Ελλάδα ο Οθωνας με την Αμαλία, καθ’ υπόδειξη του υπασπιστή τους Γαρδικιώτη Γρίβα, που τους είχε ενημερώσει για τον τρίτο γάμο του αιωνόβιου καπετάνιου, τον συνάντησαν.
Ενώ ο Βασιλιάς κουβέντιαζε με τον Τσάκα, η Βασίλισσα παρατήρησε μια τριαντάρα βλάχα, μεγαλόσωμη, που στεκόταν κι άκουγε.
– Είσαι κόρη του καπετάνιου; ρώτησε κάνοντας πως δεν ξέρει.
Ο Τσάκας δεν έδωσε καιρό της γυναίκας να απαντήσει.
– Ο Θεγός δε μ’ χάρ’ σε πιδιά με καμιά απ’ τις τρεις γ’ ναίκες που πήρα· η στερνή, η τρίτ’ είν’ αυτείνη οπ’ βλέπ’ ς, κυρά Βασίλισσα!
– Μα είναι πολύ νέα και την αδίκησες να την πάρεις γυναίκα σου, τόσο προχωρημένος στα χρόνια, είπε η Βασίλισσα πονηρά.
– Να σ’ πω, κυρά Βασίλισσα, είπε ο Τσάκας· αν εν (είναι) να χαλάεις τ’ Σαρακουστή, τότε να φας αρνί ή π’λακίδα· μα αν εν να φας παλιόγιδα, φάει καλύτερα ξερό του ψουμάκι σ’ να ‘χεις διάφουρου και την ψυχή σ’ !
Σ’ αυτή την απόκριση έμεινε η Βασίλισσα μ’ ανοιχτό το στόμα»… όσα κι αν κατάλαβε.
*Κτηνίατρος, Καστοριά
