Κύριε διευθυντά
Συνεπής, επί σειράν ετών, στην επιλογή και χρήση του γυαλιού, ως δομικό υλικό των έργων του (βλ. τον ∆ρομέα της Αθήνας, τον Ποιητή στην Κύπρο, τη Στήλη στο λιμάνι της Αίγινας κ.ά.), ο Κώστας Βαρώτσος αυτή τη φορά υψώνει έναν γυάλινο πύργο, ως «Kιβωτό Eθνικής Mνήμης»:
Μνημείο «ηρωικό» και νηπενθές στον φωτεινό του χαρακτήρα. Τιμητικό σ’ εκείνους που έπεσαν για την ειρήνη, ανθρωποκεντρικό στον κονστρουκτιβισμό του και υπαινικτικό στην αφαιρετικότητά του, συνθέτει μία προσωπογραφία της εθνικής μνήμης, με τη «χάραξη» των ονομάτων που υπομνηματίζουν τα πρόσωπα των πεσόντων (1830-1974). ∆εν ξέρω, βέβαια, πόσο το γυαλί είναι το καλύτερο υλικό για να γράψεις το όνομά τους.
Ισως «οι ήρωες κουράστηκαν» ηρωοποιημένοι και δραματοποιημένοι, «δέσμιοι» στο ανθεκτικό υλικό της πέτρας και στην αιωνιότητα του μαρμάρου ή θαμμένοι στη «σκόνη του χρόνου». Εδώ, πάντως, εκτίθενται στο φως και στη διαφάνεια (λανθάνει πάντα το αίτημα).
Παράλληλα, από τα παγωμένα Ηρώα ώς τη γυάλινη μνήμη καταγράφεται άυλα και ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας της Tέχνης, ένα εικαστικό αρχείο προτάσεων και εφαρμογών, που εδώ αποκρυσταλλώνεται με έναν ιδιαίτερο τρόπο.
Κοιτάζοντας τη φωτογραφία της «Καθημερινής» (Σάββατο 5 Απριλίου), εξομολογούμαι, αναθεωρώντας δυνατά: μήπως άραγε το γυαλί είναι το πιο κατάλληλο υλικό, αν όχι να διαφυλάξει τα ονόματα, αλλά για να υπενθυμίσει (συμβολικά πάντα) και υπαινικτικά, πόσο «εύθραυστη» υπήρξε και παραμένει η εθνική μας μνήμη, διαχρονικά;
Θέμα εξ αφορμής του έργου για ένα συνέδριο στο υπουργείο Εθνικής Αμυνας ίσως και μια διατριβή σε Πανεπιστήμιο ή Στρατιωτική Σχολή.
Ενα θέμα για την «εύθραυστη», όσο και θραυσματική ιστορική μας μνήμη, σε μια αναδρομή εμβάθυνσης και πολύτιμης αυτογνωσίας! Θα είχαμε πολλά να μάθουμε ή τουλάχιστον να πληροφορηθούμε, ως έθνος και ως πολίτες, και των πολιτικών συμπεριλαμβανομένων βεβαίως.
Γνωρίζοντας ότι τα έργα τέχνης δεν περιορίζονται μόνο για απλή «ανάγνωση» της εικόνας τους, δικαιούμεθα να σκεφθούμε ότι κάτω από ένα ευκρινές νόημα υπόκειται συνήθως και ένα υπονοούμενο, που προσφέρεται σε διάφορες αναλύσεις, για τη μνήμη και τη λήθη, ως συνδηλώσεις μιας ιδιαίτερης «υπαρξιακής» διπολικής λειτουργίας, όπου το ένα ακραίο προϋποθέτει το άλλο, όπως η θέση ορίζεται από την άρνησή της.
Συνοψίζοντας, θα λέγαμε ότι το επιβλητικό αυτό μνημείο τιμά τον επιτελεστικό του ρόλο, ενώ παράλληλα φωτεινό και «άνω θρώσκον», τολμά έναν «μεσολαβητικό» υπερβατικό διάλογο, υπηρετώντας, εκτός των άλλων, και μία «επικοινωνιακή ιδέα» με τα άυλα χρώματα του ορίζοντα.
Ούτως ή άλλως, θετικά αποτιμάται αυτή η «εισβολή», όχι απρόσκλητη βέβαια, της σύγχρονης τέχνης σε ένα τόσο αυστηρό περιβάλλον.
Με ευκολία θα έλεγε κανείς ότι, εκτός από τους εξοπλισμούς, «η τέχνη είναι η άμυνά μας σε ποικίλες επιθέσεις».
Χρειάζονται και τα στερεότυπα πολλές φορές.
