Κύριε διευθυντά
Οι πορείες, οι συγκεντρώσεις, οι διαδηλώσεις, δεν με εξέφραζαν, δεν με αντιπροσώπευαν ποτέ και εξακολουθούν να μη με εκφράζουν και να μη με αντιπροσωπεύουν. Είναι μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού αυτές στις οποίες έχω συμμετάσχει. Η μία ήταν το βράδυ που γύρισε ο Καραμανλής από το Παρίσι στις 24 Ιουλίου. Το βράδυ που αναγεννήθηκε η Ελλάδα. Η χούντα είχε πέσει.
Το ότι δεν συμμετέχω όμως δεν σημαίνει ότι δεν τις παρακολουθώ με αμείωτο ενδιαφέρον.
Ετσι και πρόσφατα, δικαιολογημένα πια στα 80 μου χρόνια, κάθισα για ώρες στην πολυθρόνα μου παρακολουθώντας τις πανελλήνιες ανθρώπινες συγκεντρώσεις σε ολόκληρη τη χώρα και παντού όπου υπάρχουν Ελληνες σε ολόκληρο τον πλανήτη.
∆εν υπάρχει αμφιβολία ότι αφορμή για αυτές τις λαοσυνάξεις υπήρξε ο άδικος χαμός των 57 ανθρώπων που έφυγαν τόσο πρόωρα στο τραγικό δυστύχημα των Τεμπών.
Ενας σύγχρονος επιτάφιος θρήνος.
Ο Ελληνας είναι ευαίσθητος στον ανθρώπινο πόνο.
Συμμετάσχει, νοιάζεται, συμπονεί.
«Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος;».
Παράλληλα όμως το σήμαντρο που ηχούσε δυνατά για να ξυπνήσει ολόκληρη τη χώρα ήταν ένα μήνυμα για ολόκληρο τον πολιτικό κόσμο της, την ηγεσία μας.
Ξυπνήστε! Εμείς ξυπνήσαμε! Πόσο θα σας περιμένουμε…
Πάψτε πια να παίζετε σαν παιδάκια στην αυλή του σχολείου.
Πάψε να λες ψέματα, μη με κοροϊδεύεις εμένα, μη μου τραβάς την κοτσίδα, μη μου βάζεις τρικλοποδιές…
Το διάλειμμα τελείωσε. Τα κεφάλια σας μέσα. Ή σωστότερα τα κεφάλια σας κάτω.
Θα ήθελα να δω στον εξώστη του ορόφου της Βουλής των Ελλήνων όλη την πολιτική ηγεσία της χώρας, Πρόεδρο της ∆ημοκρατίας, κυβέρνηση, μείζονα και ελάσσονα αντιπολίτευση, ενωμένη έστω και για λίγο, να ζητούν όλοι μαζί συγγνώμη. Να συναισθανθούν τις κρίσιμες ώρες που περνά η ανθρωπότητα και να προσπαθήσουν να κουβεντιάσουν σοβαρά «σαν μεγάλοι άνθρωποι» και όχι σαν άτακτα παιδιά.
∆εν περιμένω να συμφωνήσουν, δεν θα το ήθελα άλλωστε, αλλά να διαφωνούν αιτιολογημένα και τεκμηριωμένα, με επιχειρήματα που θα βοηθήσουν εμένα, τον απλό πολίτη, να καταλάβω, να κρίνω και να επιλέξω.
Αντ’ αυτού δεν πρόλαβαν να διαλυθούν οι συγκεντρώσεις και άρχισαν πάλι οι αλληλοκατηγορίες, οι αντιπαλότητες, οι αντικρούσεις, η πολυδιάσπαση.
Και το όνειρό μου, όνειρο εαρινής ημέρας, έσβησε. Το σκέπασαν οι μολότοφ και τα δακρυγόνα, αλλά κυρίως οι ανακοινώσεις των πολιτικών κομμάτων.
Πεισματικά εξακολουθώ να διερωτώμαι γιατί;
Τα ματάκια των δύο μικρών κοριτσιών στη φωτογραφία της πρώτης σελίδας της «Καθημερινής» της 2ας Μαρτίου 2025 τα λένε όλα. Γεμάτα κρυμμένη οργή της μιας, γεμάτα θλίψη και αναμονή της άλλης. Και τα δύο ζητούν απόκριση. Γιατί; Ως πότε;
«Χριστότητα και παιδείαν και γνώσιν δίδαξόν με… Βοήθησόν μοι, και σωθήσομαι».
Μετά τον Επιτάφιο, έρχεται η Ανάσταση.
Ο πλανήτης μας ζει τις Ωρες της Μεγάλης Παρασκευής.
Στα δικά μας χέρια βρίσκεται η Σωτηρία και η Ανάσταση.
*Ομότιμη καθηγήτρια ΕΜΠ
