Κύριε διευθυντά
Δένω τη ζώνη, βουλιάζω στην καρέκλα μου και διαισθάνομαι ότι κάτι έχω ξεχάσει. Το πορτοφόλι μου! Ασύγγνωστη αφηρημάδα. Ευτυχώς έχω το κινητό, με τις κάρτες περασμένες και την ταυτότητα στο gov wallet (ο Πιερρακάκης να ‘ναι καλά). Προσγειωνόμαστε αργά το απόγευμα στη Θεσσαλονίκη, παίρνω ένα ταξί, το πληρώνω με το κινητό, κανένα πρόβλημα.
Την επομένη πηγαίνω στα ραντεβού μου, και κατά τις 12, όταν τελειώνω, πετάγομαι στην τράπεζά μου –στην οποία είμαι πελάτης από τον καιρό του Νώε– να κάνω ανάληψη. ∆εν μπορώ χωρίς μετρητά, ακόμη μου χρειάζονται, έχω και μια ηλικία. Κάθομαι υπομονετικά στη μεγάλη ουρά για το μηχάνημα, και όταν έρχεται η σειρά μου βλέπω ένα αρχαίο ΑΤΜ, λουστραρισμένο από τους μυριάδες αγκώνες που το έχουν ακουμπήσει. Ευτυχώς έχει αναγνώριση για ανέπαφη ταυτοποίηση. Βάζω το τηλέφωνο κοντά – μια, δύο, και καταλαβαίνω ότι δεν λειτουργεί.
Μπαίνω στην τράπεζα, ξαναστέκομαι υπομονετικά στην ουρά και όταν πάλι έρχεται η σειρά μου ζητάω από τον υπάλληλο να κάνω ανάληψη. «8 με 11 μόνον κύριε», μου απαντάει αυστηρά που δεν ξέρω το πρωτόκολλο. Του εξηγώ την κατάσταση, του λέω ότι το ΑΤΜ έχει πρόβλημα και δεν μπορώ να το χρησιμοποιήσω· το ξέρει, ωστόσο παραμένει ανένδοτος.
Φεύγω με θυμό, ματαίωση και σκέψεις. Καλή και άγια η τεχνολογία, αλλά όταν ο κύκλος της δεν κλείνει από το άλφα έως το ωμέγα μένουμε ξεκρέμαστοι. Τι έπρεπε να γίνει, να φέρω τα κανάλια; ∆εν είναι της ιδιοσυγκρασίας μου.
Πιο κάτω υπάρχει μία άλλη τράπεζα, όπου έχω έναν μικρό λογαριασμό. Πιο σύγχρονη αυτή, και το ΑΤΜ της δέχεται ανέπαφη ταυτοποίηση. Παίρνω τα λεφτά μου και ξεχνάω τον θυμό μου για την τράπεζα και την τεχνολογία. Μέχρι την επόμενη φορά.
*Σύμβουλος επιχειρήσεων, Αιξωνή
