
Κύριε διευθυντά
Εξαιρετικά ενδιαφέρον το κείμενο της Μάρως Βασιλειάδου, με τίτλο «Οι φωνές των μικρών Αρκτων» (15/3/’25), σχετικό με την ψηφιακή περιήγηση στο Μουσείο της Βραυρώνας. Νοσταλγικές αναμνήσεις από την επίσκεψη των μαθητών μου στον εκπληκτικό αυτό αρχαιολογικό χώρο, όταν παλαιότερα διδασκόταν, επί σειράν ετών, από το πρωτότυπο, στη Β΄ τάξη Λυκείου η τραγωδία του Ευριπίδη «Ιφιγένεια η εν Ταύροις» (414 π.Χ.).
Σύμφωνα με τον μύθο, η Ιφιγένεια, ευρισκόμενη ως ιέρεια στον ναό της Αρτέμιδος, στη μακρινή και αφιλόξενη χώρα των Ταύρων, μετά τη θαυμαστή σωτηρία της στην Αυλίδα, με τη θαυματουργική επέμβαση της θεάς, αναγνωρίζει από τύχη ότι ο ξένος που πρέπει να θυσιάσει, σύμφωνα με τα άγρια λατρευτικά έθιμα του τόπου, είναι ο αδελφός της Ορέστης.
Ο γιος του Αγαμέμνονα πήγε στη χώρα αυτή, μαζί με τον φίλο του Πυλάδη, σύμφωνα με τον χρησμό του Απόλλωνα, για να απαλλαγεί, ως μητροκτόνος, από την οργή των Ερινύων, με την εντολή να μεταφέρει στην Αττική το ουρανόσταλτο ξύλινο άγαλμα (ξόανον) της θεάς.
Ο κίνδυνος να διαπραχθεί φρικτός φόνος προσδίδει τραγικότητα στο έργο. Η κλοπή του αγάλματος από τον ναό γίνεται με τέχνασμα, αλλά ο ηγεμόνας της χώρας Θόας καταδιώκει απηνώς τα δύο αδέλφια.
Στην Εξοδο (στίχ. 1435-1474) η εμφάνιση της Αθηνάς, ως «από μηχανής θεάς», αποτελεί μια υποβλητική κατακλείδα του έργου. Οι εντολές της Αθηνάς προς τον Θόαντα είναι ρητές και ο ηγεμόνας υπακούει στη θέληση της θεάς, άνευ όρων. Ετσι, αναστέλλει τη δίωξη των δύο αδελφών, επιτρέποντας την αναχώρησή τους, στην Ελλάδα, μαζί με το άγαλμα, και απελευθερώνει τις αιχμάλωτες Ελληνίδες γυναίκες του Χορού, θεραπαινίδες της Αρτέμιδος. Η άνασσα θεά υπαγορεύει, με επίσημο τρόπο, την καθιέρωση της λατρείας της Ιφιγένειας και της Αρτέμιδος, στην Αττική, στις Αραφηνίδες Αλές και στη Βραυρώνα, αντίστοιχα. Ετσι, οι ευριπίδειοι στίχοι θεωρούνται η πρώτη πηγή για τη γνώση της λατρείας τους στα δύο αυτά μεγάλα ιερά. Συγκεκριμένα, η Αθηνά παραγγέλλει στον Ορέστη, όταν φτάσει στη θεόκτιστη πόλη της (θεοδμήτους Αθήνας) να κτίσει ναό, σ’ έναν τόπο ιερό της Αττικής, στις Αραφηνίδες Αλές (σημ. Λούτσα), τοποθετώντας το άγαλμα (βρέτας) της Ταυροπόλου, καθιερώνοντας και ανάλογα λατρευτικά έθιμα, όπως την εορτή των Ταυροπολίων (βλ. Μενάνδρου, Επιτρέποντες) και το απαλοχάραγμα με ξίφος του αυχένα ενός άνδρα, ώσπου να βγει λίγο αίμα, σε ανάμνηση της σωτηρίας του Ορέστη από τον παρ’ ολίγο θυσιασμό του (στίχ. 1446-47).
Παράλληλα, η Αθηνά εξαγγέλλει ότι η Ιφιγένεια θα γίνει πρώτη ιέρεια της θεάς στη Βραυρώνα, όπου θα ενταφιαστεί όταν πεθάνει –χθόνιος χαρακτήρας της υπόστασης και της λατρείας της– και θα της αφιερώνουν, δίκην αναθημάτων, τους πέπλους των γυναικών που πέθαναν στον τοκετό. Η τοπωνυμία Βραυρών-ώνος (σκοτεινό το έτυμο), προερχόμενη από έναν ήρωα τον Βραύρωνα, αποτελούσε μια από τις δώδεκα προϊστορικές πόλεις του συνοικισμού του Θησέα, πατρίδα του Πεισιστράτου, ανήκουσα, επί Κλεισθένους (508 π.Χ.), στον ∆ήμο των Φιλαϊδών. Ο χώρος έγινε από τα λαμπρότερα κέντρα λατρείας της Βραυρωνίας Αρτέμιδος, ως προστάτιδας της γονιμότητας, των επιτόκων γυναικών και, επομένως, προστάτιδας των γενών της Αττικής, σ’ ένα ειδυλλιακό πλαίσιο του παραλιακού αττικού τοπίου, που γοητεύει τον επισκέπτη.
Στο ιερό τέμενος της Βραυρώνος υπήρχαν διάφορα οικοδομήματα: ο ναός της Αρτέμιδος, στον βράχο της Ακρόπολης, δέσποζε σε καίρια θέση· δωρικός ναός εν παραστάσι με οπισθόδομο (άδυτο), του 5ου αιώνα π.Χ., με βωμό στα ανατολικά του και πλούσια αναθήματα στην περιοχή. Γύρω από τον βωμό τελείτο λατρευτικός χορός από νεαρά κορίτσια και το «ἱερὸν κυνηγέσιον», μια θεατρική τελετουργική απομίμηση ενός μυθικού κυνηγιού της θεάς Αρτέμιδος, «πότνιας θηρῶν».
*Δ.φ. Αντιπρόεδρος της Πανελλήνιας Ενωσης Φιλολόγων και του Συλλόγου «Οι Φίλοι του Μουσείου Γ. Δροσίνη»
