Η ευλογημένη βρώση και πόση, το διακόνημα του μαγείρου και η πνευματική θρέψη

Η ευλογημένη βρώση και πόση, το διακόνημα του μαγείρου και η πνευματική θρέψη

Η ευλογημένη βρώση και πόση, το διακόνημα του μαγείρου και η πνευματική θρέψη-1
«Η τράπεζα αυτή ου μόνον αισθητή, αλλά και πνευματική. Μετά γαρ το όψον λέγεται ψαλμός και μετά το πόμα ύμνος» – το στιγμιότυπο από την «αυστηρή» και στην παραμικρή λεπτομέρεια φροντίδα του χώρου. Δεξιά, ο πατέρας Φιλωνίδης, υπεύθυνος κουζίνας στη Μονή Βατοπαιδίου, όπου καθημερινά μαγειρεύονται σχεδόν 500 μερίδες φαγητού. Οι φωτογραφίες είναι από το τελευταίο τεύχος (Μαρτίου) του «Γαστρονόμου» της «Καθημερινής» που ήταν αφιερωμένο «στα μυστικά της κουζίνας των μοναχών» του Αγίου Ορους.

Κύριε διευθυντά

Πλούσιο, εξαιρετικά επιμελημένο και κυριολεκτικά χορταστικό το τελευταίο τεύχος του «Γαστρονόμου», αφιερωμένο στη μοναστηριακή μαγειρική. Καταφανές επίκεντρο του τεύχους, η ανάδειξη της εκπλήσσουσας ευρηματικότητας των μαγείρων της. Συμπληρωματικά, η επιστολή μου επικεντρώνεται στα επακολουθούντα, τα λαμβάνοντα χώραν στην «τράπεζα», την τραπεζαρία της μονής. Οπου η μοναστηριακή «εθιμοταξία» επιφυλάσσει βαθύτατη περιφρόνηση προς την πιο αρχετυπική και πρώτη των ανθρωπίνων αναγκών, την τροφή και την εξ αυτής τέρψη. Αυτό, σύμφωνα με αντιπροσωπευτικές πηγές παλαιοτέρων εποχών, καθότι, προσωπικά, δεν έχω εντύπωση των τρεχόντως ισχυόντων, εν προκειμένω.

H παραγγελία είναι σαφής: «Η τράπεζα αυτή ου μόνον αισθητή, αλλά και πνευματική. Μετά γαρ το όψον λέγεται ψαλμός και μετά το πόμα ύμνος». Από την εποχή του Αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου (9ος αιώνας), ο οποίος σε κατήχησή του αναφέρει: «Τρέμετε και δεδιάτε και επ’ αυτοίς τοις προκειμένοις τη τραπέζη. Ου λέγω, ότε όψοι και τυροί και βρωμάτια και τηγανίσματα και λαγανίσματα, αλλά επί μόνω άρτω και ελαιωμένω λαχάνω και κυάμω, οσπρίοις άλλοις και οπώραις και μια κρασί ή δύο οίνου, ότι και αυτή μεγάλη παράκλησις (παρηγοριά)».

Είχε προηγηθεί ο Ιωάννης Χρυσόστομος: «Ου τραπέζας φλεγμαινούσας, ουδέ όψων ποικιλίας, οψοποιών μαγγανείας και αρτοποιών επινοίας». Και, όμως, κατά διάχυτη παραδοχή, το καλομαγειρεμένο, νόστιμο φαγητό δεν απαγορεύεται στα μοναστήρια. Το αντίθετο, αυτό επιβάλλεται. Εκτός, βέβαια, από τις περιπτώσεις των «μοναστών», οι οποίοι διήγον βίον «άπυρον», δηλαδή χωρίς φωτιά και άρα χωρίς μαγειρική.

Μερικές, εξοβελιστικές της γαστρονομικής τέρψης, λεπτομέρειες από το πομπώδες τελετουργικό της κοινοβιακής εστίασης, το οποίο, ορισμένως, προσλαμβάνει μορφήν θεατρικής παράστασης. Με θέσεις, στάσεις, ρόλους υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση του ηγούμενου, και το άγρυπνο βλέμμα του τραπεζάρη. Οι πατέρες προσέρχονται στην τράπεζα κατηφείς και κάθονται με σκεπασμένο το κεφάλι στην ορισμένη του θέση ο καθένας. Η διάρκεια των γευμάτων είναι επιδεικτικά σύντομη. Απαγορεύονται αυστηρά οι συζητήσεις, οι φωνασκίες, οι χαριεντισμοί. Αν κανείς μιλήσει ή γελάσει πρέπει να «μετανοήσει» και επιτοπίως να επιτιμηθεί.

Ενώ, ο αναγνώστης της ημέρας διαβάζει αποσπάσματα βίων Αγίων από το Λαυσαϊκό του Παλλαδίου, με προφανή σκοπό την απόσπαση της προσοχής των συνδαιτυμόνων από αυτή καθαυτήν τη λειτουργία της στιγμής, τη θρέψη.

Και όλα αυτά, παρόλο που το διακόνημα του μαγείρου τιμάται δεόντως, με διακρίσεις, όπως η ιδιαίτερη ευλογία από τον ηγούμενο ή επαίνους, όπως εκείνος του Αγίου Θεοδώρου, προς τους «εν λοπάσι (πήλινο μαγειρικό σκεύος) και χύτραις πεπνιγμένους» οψοποιούς: «Τον οψοποιόν τις σε, τέκνον, ου στρέφει, πολύν φέροντα τον κόπον καθ’ ημέραν». Κι ακόμα με την προβεβλημένη παμπάλαια συνήθεια, όπου ο μάγειρος, μετά το πέρας της τράπεζας «εξαιτείται κεκυφώς (σκύβοντας) συγχώρησιν διά τυχόν κακήν μαγειρείαν, η οποία δεν ανέπαυσεν επαρκώς τους πατέρας». Αραγε περί ποίας επαρκούς «αναπαύσεως» ο λόγος, της τελευταίας φράσης (!;):

Αρκούντως αντιφατικά, απορητικά και απαξιωτικά, όλα τα παραπάνω, προς την ευλογημένη βρώση και πόση της θρησκείας μας, εγείρουν, έστω και διστακτικά, το υπαρξιακής τάξεως θεολογικό ερώτημα: Πώς εξηγείται, από το ένα μέρος, ο δίκην θανάσιμου αμαρτήματος εξοστρακισμός της τροφής, στην ελάχιστη αυτής λειτουργία, και από το άλλο, η γονιδιακή ανθρώπινη φυσιολογία να μάς έχει προικίσει με τέτοιες ψυχωφελείς ανταμοιβές, όπως αυτές της όρεξης και της συνακόλουθης, αν μη τι άλλο εν ηρεμία, απόλαυσης ενός υγιεινού, καλομαγειρεμένου και γευστικού πιάτου φαγητού (;!). Το λες και, όπως το βρήκα κάπου αναφερόμενο, «θεϊκό καψόνι».

Αναφορές: Αρχιμ. ∆οσιθέου, Καλογηρική μαγειρική, Επτάλοφος
Χρίστος Ζουράρις – ∆ειπνοσοφιστής, Ικαρος
Ματθαίος Μουντές, Ενας Αθωνίτης μοναχός τον 12ο αιώνα, Σχολή Μωραΐτη

*Βούλα

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT