Κύριε διευθυντά
Εχει μια παράξενη γοητεία η Κηφισιά. Από τα αρχαία χρόνια όταν ο φιλόσοφος, ρήτωρ, μεγάλος ευεργέτης και σπουδαίος Αθηναίος Ηρώδης Αττικός είχε την έπαυλή του στην περιοχή της σημερινής οδού Ραγκαβή. «Πατρίδα» άλλωστε και του κωμικού ποιητή Μενάνδρου. Είναι η ιστορία της, ως ενός από τους αρχαιοτέρους αττικούς δήμους με πλούσια ευρήματα, όπως ψηφίσματα, αγάλματα και σαρκοφάγοι τα οποία χρονολογούνται από τον 4ο π.Χ. αιώνα μέχρι τη Ρωμαϊκή εποχή. Είναι τελικά όλα αυτά τα οποία συνειδητά και αυτονόητα μάς οδηγούν για κάποια ξέγνοιαστη βραδινή επίσκεψη σε αυτό το βόρειο προάστιο της Αθήνας, το οποίο μας προσκαλεί και μόνο με το όνομά της. Κηφισιά, εκεί που φυσά κάποιος άλλος αέρας;
Η επίσκεψη στη βραδινή Κηφισιά περιλαμβάνει, σαν κατάληξη τις περισσότερες φορές, την απόλαυση ενός φαγητού ή την αμαρτία ενός γλυκού σε κάποιο από τα αναρίθμητα εστιατόρια ή ζαχαροπλαστεία της. Η παρέα εγκαθίσταται στην πίσω μεγάλη αίθουσα γνωστού παλιού ζαχαροπλαστείου. Ο πεζόδρομος που διακρίνεται πίσω από τις τεράστιες τζαμαρίες σιγά σιγά γεμίζει με νέα παιδιά που πηγαινοέρχονται ασταμάτητα. Αγόρια και κορίτσια, εφηβικής κυρίως ηλικίας, ντυμένα σχεδόν όλα με μαύρα ρούχα, περπατούν γρήγορα σε μικρές ή μεγαλύτερες παρέες, και από τις δύο κατευθύνσεις. Αδιάφορα πρόσωπα, μοιάζουν να πηγαίνουν κάπου, όπου ποτέ δεν φτάνουν γιατί είναι τόσο πολλά που κανένας συγκεκριμένος χώρος δεν θα μπορούσε να τους δεχτεί. ∆εν υπερβάλλω αν αναφερθώ σε «εκατοντάδες» νεαρόκοσμου. Περπατάνε γρήγορα, δεν μιλούν κατά κανόνα ούτε μεταξύ τους ούτε με τις άλλες ομάδες. Μοιάζουν κάτι να ψάχνουν, κάπου να κατευθύνονται, όμως σαν να μην ξέρουν και αυτά πού. Ετσι, το περπάτημα γίνεται αυτοσκοπός. Πολλά κορίτσια με την ομορφιά και τη δροσιά της ηλικίας τους, άλλα ντυμένα ζεστά και άλλα ανέμελα ελαφριά. Αγόρια με ριχτά στο πρόσωπο μαλλιά ή ξυρισμένα κεφάλια. Η παρέλαση αυτή δεν θα ήταν ιδιαίτερα περίεργη αν δεν εξακολουθούσε να διαρκεί αμείωτη τις τρεις περίπου ώρες, όσες σχεδόν μείναμε να παρακολουθούμε το «θέαμα».
Φύγαμε και ο συνωστισμός στον πεζόδρομο εξακολουθούσε να αυξάνεται από αυτά τα παιδιά που έμοιαζε κάπου να πηγαίνουν που εμείς οι «μεγάλοι» ίσως δεν μπορούμε να καταλάβουμε. Ισως έβλεπαν τον αυριανό κόσμο τους. Εναν κόσμο που είναι τόσο μακριά από τις δικές μας σκέψεις όσο και η αντίδραση του κοριτσιού των 14 ετών, το οποίο όταν άκουσε τους γονείς του να σχολιάζουν τη συμπεριφορά κάποιων γνωστών τους λέγοντας «ου γαρ οίδασι τι ποιούσι», ρώτησε τον πατέρα της: «Μπαμπά, θα φάμε γαρίδες το βράδυ;».
