Κύριε διευθυντά
Το πάγιο αίτημα των πολιτών για ριζικές μεταρρυθμίσεις σε σημαντικές λειτουργικές δομές του κράτους, αλλά και η ατελέσφορη, αρκετές φορές, προσπάθεια των εκάστοτε κυβερνήσεων, έχουν σταθερή παρουσία στη μεταπολιτευτική πορεία της χώρας.
Για τις, διαχρονικά, εγγενείς αδυναμίες της Πολιτείας έχει χυθεί αρκετό μελάνι. Ο προβληματισμός μου εστιάζεται σε ποιο βαθμό οι πολίτες, η κοινωνία, γενικότερα, ενθαρρύναμε τη λήψη μεταρρυθμιστικών πρωτοβουλιών, χωρίς υστερόβουλες και ιδιοτελείς αντιδράσεις και κυρίως την ακώλυτη εφαρμογή όσων θεσπίστηκαν. Χωρίς αυτοεξαίρεση, μήπως πρέπει να αναρωτηθούμε πόσες επικροτήσαμε, όταν αυτές έθιγαν συντεχνιακά συμφέροντα ή ανέτρεπαν προσωπικές, κάθε μορφής, καταστάσεις ή αντιστρατεύονταν απολιθωμένες αντιλήψεις; Πότε μπορέσαμε να αξιολογήσουμε, αντικειμενικά, προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις εκ μόνου του λόγου ότι προέρχονται από κυβέρνηση αντιπάλου κόμματος;
Πόσες φορές έχουμε υιοθετήσει, προκειμένου να αποδοκιμάσουμε μία μεταρρύθμιση, σειρά παραδοξολογιών και συνωμοσιολογικών σεναρίων; Η λήψη μέτρων, όπως η αξιολόγηση των υπαλλήλων του Δημοσίου, η πάταξη της φοροδιαφυγής, η αποτροπή της κατάληψης δημοσίων εκτάσεων (δασικοί χάρτες, κτηματολόγιο), η αντιμετώπιση της αυθαίρετης δόμησης, αποτέλεσε και αποτελεί καθολικό αίτημα, μέχρι του σημείου που η εφαρμογή τους δεν θίγει τα προσωπικά συμφέροντά μας.
Ολοι επικροτούμε την αντίληψη ότι ο παθογενής κρατικός Λεβιάθαν έχει ανάγκη ριζικών μεταρρυθμίσεων, αλλά όταν διατυπώνονται σχετικές κυβερνητικές προτάσεις αρχίζει η ατελεύτητη πολυγνωμία και σειρά αβάσιμων, κατά το πλείστον, επιφυλάξεων. Εξακολουθώ, έστω και με ρομαντική, ενδεχομένως, διάθεση, να πιστεύω ότι είναι πάντα επίκαιρη η ρήση του Τζον Κένεντι, «Μη ρωτάς, μόνον, τι μπορεί να κάνει η χώρα για σένα, αλλά τι μπορείς να κάνεις και εσύ για εκείνη».
*Αντιπρόεδρος Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ε.τ.
