
Κύριε διευθυντά
Στο ερώτημα «γιατί έγινα γιατρός», δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι με ώθησαν ο οίκτος και η συμπόνια για τους ασθενείς μόνον. Αλλωστε, στα παιδικά μου χρόνια στο ορεινό χωριό μου (Μαλακάσι Καλαμπάκας) λίγους αρρώστους είχα δει, αν εξαιρέσω τους πεινασμένους της Κατοχής. Η πρώτη μου επίσκεψη σε νοσοκομείο έγινε τα Χριστούγεννα του 1947 όταν, με τους συμμαθητές της ΣΤ΄ τάξεως του Β΄ ∆ημοτικού Σχολείου Τρικάλων, επισκεφθήκαμε τους τραυματίες στρατιώτες, στο στρατιωτικό νοσοκομείο της πόλεως. Ημουν 12 ετών. Ο εμφύλιος πόλεμος είχε αναγκάσει την πενταμελή μας οικογένεια (γονείς, εγώ και δύο νεότερες αδελφές μου) να εγκαταλείψει το ορεινό Μαλακάσι και να καταφύγει «συμμοριόπληκτη» στα Τρίκαλα, δύο μήνες νωρίτερα. Ετσι, αναγκαστικά έκανα την τελευταία τάξη του ∆ημοτικού στα Τρίκαλα. Οι τραυματίες στρατιώτες δεν μου έδωσαν την εντύπωση ασθενών. Ισως επειδή δεν μας έδειξαν τους βαριά τραυματισμένους. Θυμάμαι όμως ακόμα τους γιατρούς, με τις άσπρες μπλούζες δίπλα τους, και σε αυτούς απέδωσα τα χαμόγελα των στρατιωτών. Ο θαυμασμός μου για τις υπερφυσικές, όπως τις φανταζόμουν τότε, ικανότητες των ιατρών είχε αρχίσει κάτι περισσότερο από δύο χρόνια νωρίτερα. Το καλοκαίρι του 1945 αρρώστησε ο παππούς Περικλής, πατέρας της μητέρας μου, τον οποίο υπεραγαπούσα. Τον θυμάμαι να υποφέρει από δυνατό πόνο στο πλευρό. Γιατρός δεν υπήρχε στο χωριό, ούτε συγκοινωνία με αυτοκίνητο γιατί προ ολίγων μόλις μηνών είχαν αποχωρήσει οι Γερμανοί από την περιοχή. Ο πατέρας έφερε από την Καλαμπάκα, καβάλα στ’ άλογο, τον νεαρό τότε ιατρό Δημήτρη Λιάπη (πατέρα του σημερινού καθηγητού Αγγειοχειρουργικής Χρήστου Λιάπη), που σύντομα απάλλαξε τον παππού Περικλή από τον αφόρητο πόνο (το έντονο θωρακικό άλγος, όπως το διδάχθηκα αργότερα). Μετά σαράντα χρόνια από τότε, ο Δημήτρης Λιάπης θυμόταν το περιστατικό και μου είπε ότι επρόκειτο μάλλον για πλευροδυνία λόγω πνευμονικής εμβολής. Μια ένεση μορφίνης είχε κάνει δύο θαύματα: να απαλλάξει τον παππού από τον πόνο και να θεοποιήσει τον γιατρό στη φαντασία μου. Ο θαυμασμός μου σε ικανούς ιατρούς έχει παραμείνει από τότε ανυπόκριτος και θα συνεχίζεται όσο ζω.
ΥΓ.: Από το βιβλίο μου: «Με το χέρι στην καρδιά»
*Καρδιοχειρουργός
