
Κύριε διευθυντά
Δυο κλωστούλες, όλες κι όλες –δηλαδή γνέμα, αρκετά φουσκωτό, της ρόκας–, μια λευκή (της αγνότητας) και μια κόκκινη (της αγάπης) στριμμένες χαλαρά και δεμένες με έναν κόμπο. Ούτε καν ένα φιογκάκι… Αυτό ήταν όλο.
Το ετοίμαζαν αποβραδίς οι γιαγιές και οι μανάδες την τελευταία μέρα του Φλεβάρη, για να το περάσουν την επόμενη μέρα το πρωί, πρωτομηνιά του Μάρτη, στα μπρατσάκια ή μάλλον στους καρπούς των παιδιών του σπιτιού.
Αυτό, για να τα προστατεύει από τον πρώτο καυτερό ήλιο του χρόνου: «Από ‘χει κόρη ακριβή, του Μάρτη ο ήλιος μην τη δει».
Γεμάτα καμάρι για το βραχιολάκι τους, τα παιδιά το φορούσαν όλο τον μήνα ή μέχρι να δουν το πρώτο χελιδόνι. Τότε, το κρεμούσαν σε μια τριανταφυλλιά ή αμυγδαλιά για να το πάρουν τα χελιδόνια και να φτιάξουν τη φωλιά τους. Κάποια παιδιά μάλιστα φορούσαν «μάρτη» και στο μεγάλο δάκτυλο του ποδιού για να μη… σκοντάφτουν.
Λίγα λόγια ακόμα, όμως, για τον Μάρτη, γνωστόν κυρίως για τις εναλλαγές του καιρού και τις πολλές παροιμίες που τον συνοδεύουν. Οπως, «Μάρτης γδάρτης και κακός παλουκοκαύτης».
«Αλλα λογαριάζει ο Μάρτης κι άλλα η Σαρακοστή». «Λείπει ο Μάρτης απ’ τη Σαρακοστή;».
Και κάποιο, ίσως όχι και τόσο γνωστό, παροιμιώδες σχόλιο. Καθώς ο Μάρτης ήταν προς το έβγα του χειμώνα, οι παλιοί αναθαρρούσαν και έλεγαν: «Ας περάσει ο Μάρτης και από κει και μετά γλέπουμε…».
Και τώρα, η εξήγηση γιατί ο Μάρτης, «πότε κλαίει κει πότε γελάει»: Ο Μάρτης, λοιπόν, είναι λέει δίγαμος. Εχει δυο γυναίκες. Η μια όμορφη αλλά φτωχή και η άλλη πλούσια αλλά άσχημη.
Κοιμάται εκείνος στη μέση του κρεβατιού, ανάμεσά τους. Οταν γυρίζει προς τη μεριά της άσχημης κατσουφιάζει και θυμώνει και τότε χαλάει ο καιρός και σκοτεινιάζει ο κόσμος. Οταν γυρίζει προς την όμορφη γελάει, χαίρεται και έχουμε λιακάδες και λάμπει όλος ο κόσμος!
Καλό υπόλοιπο Μάρτη, και όπου να ‘ναι: «Να, του σπιτιού μας το χελιδόνι, που στην παλιά του φωλιά ζυγώνει». Και του χρόνου.
*Βούλα
