Κύριε διευθυντά
Είναι φυσικό, η οργή και ο πόνος που μας συνέχουν, από την αδιανόητα αναχρονιστική συμφορά των Τεμπών, να στρέφουν την προσοχή μας στην απόδοση ευθυνών. Ομως, όταν πρόκειται για απώλειες ανθρώπων, η απόδοση ευθυνών έχει εντόνως τιμωρητικό χαρακτήρα. Και, καθόλου διορθωτικό. Από την άλλη, ποιον να πρωτοτιμωρήσεις απ’ αυτόν τον «πρωταθλητισμό» ανεπάρκειας και αμελειών, που όπως έχει γραφτεί μοιάζει με «κατόρθωμα;!».
Τι πρέπει, επιτέλους, να γίνει για να αποκτήσει η χώρα τα ασφαλή και γρήγορα τρένα που δικαιούται;
Υπάρχει μια, τεχνοκρατικής προέλευσης, σοφότατη φράση – παραγγελία: «Ενα σύστημα είναι τόσο αποτελεσματικό, όσο ο πιο αδύναμος κρίκος του». Χρησιμότατη γενικώς η παραγγελία. Τι γίνεται, όμως, όταν οι αδύναμοι κρίκοι είναι τόσο πολλοί, διάσπαρτοι και κυρίως χρόνιοι, ώστε να έχουν καταστεί, οι ίδιοι, περίπου συστημικοί, σχεδόν θεσμικοί;
Μια άλλη, τεχνοκρατική επίσης, παραγγελία – συμβουλή μοιάζει ως πλέον ενδεδειγμένη, εν προκειμένω, η εξής: «Ποτέ μη φοβάσαι, μήπως δικαιωθείς πρόωρα». Που όμως, λόγω του δυναμικού, τολμηρού και κυρίως επώδυνου χαρακτήρα της, όλοι την αποφεύγουν. Ιδιαίτερα αυτοί που θα έπρεπε να την επιδιώκουν: οι ηγέτες.
Η συμβουλή, όπως, αρμοδίως, έχει αναλυθεί: Χειρότερο από τα συνεχή πλήγματα που μας καταφέρονται, είναι ότι τα βλέπουμε να επέρχονται με νομοτελειακή βεβαιότητα, αλλά δεν κάνουμε τίποτα για να τα αποτρέψουμε. Κατά κανόνα, από έλλειψη πολιτικής βούλησης και ηγετικής κωφότητας.
Αν ο πρωθυπουργός «δεν δικαιωθεί προώρως», επιχειρώντας το προ πολλού αναμενόμενο μεταρρυθμιστικό «πραξικόπημα», δεν απομένει παρά να δικαιωθεί… στην ώρα του. Οταν, δηλαδή, η μεν χώρα θα έχει χάσει την ευκαιρία συμμετοχής της στον μεταβιομηχανικό, ανταγωνιστικό, ψηφιακό κόσμο, ο ίδιος δε θα αποδειχθεί μια ακόμη διαψευσμένη ελπίδα.
*Βούλα
