Κύριε διευθυντά
Προσπαθώ να περιέλθω στη θέση αρμόδιου υπουργού, κατά τη διάρκεια της θητείας του οποίου συνέβη το πολύνεκρο δυστύχημα των Τεμπών, που βεβαίως μας έχει συγκλονίσει όλους: «Τόσα κορμιά ριγμένα στα σαγόνια … της γης.
Τόσες ψυχές δοσμένες στις μυλόπετρες σαν το σιτάρι, … μες στη λάσπη το αίμα…». Οδύνη και σπαραγμός.
Δεν θα αρνιόμουν ως αρμόδιος υπουργός «ευθύνας διδόναι» για πράξεις και για παραλείψεις μου. Δεν θα μπορούσα άλλωστε: Ούτε ως υπουργός ούτε πρωτίστως ως άνθρωπος και πολίτης.
Το Σύνταγμά μας ορίζει ότι την ποινική δίωξή μου ως υπουργού αποφασίζει η Βουλή με τήρηση μιας συγκεκριμένης διαδικασίας, στην οποία μπορώ να συμμετάσχω και να ακουσθώ. Ορίζει ακόμη ότι, αν ασκηθεί ποινική δίωξη εις βάρος μου, ακολουθείται άλλη διαδικασία σε Δικαστικό Συμβούλιο και σε Δικαστήριο, όπου επίσης δικαιούμαι να ακουσθώ.
Ερχομαι στο επίμαχο: Προτάθηκε να τηρηθεί μεν τύποις η οριζόμενη διαδικασία, αλλά κατ’ ουσίαν παραλλαγμένη: Η Βουλή, με συνοπτική διαδικασία, χωρίς συζήτηση, χωρίς να με ακούσει, να αποφασίσει πάραυτα να με παραπέμψει στο Δικαστικό Συμβούλιο, όπου βεβαίως θα ακουσθώ. Για να γίνει αυτό καλείται ο πρωθυπουργός να ασκήσει την πολιτική πειθώ και την εξουσία του, ώστε οι βουλευτές του να στέρξουν να συμφωνήσουν στην άμεση παραπομπή μου στο Δικαστικό Συμβούλιο. Και προφανώς όλοι οι βουλευτές να μην ασκήσουν κατ’ ουσίαν τα καθήκοντα και δικαιώματά τους, να παραιτηθούν αυτών.
Θα διερωτώμην, αν ήμουν αρμόδιος υπουργός: Τι να πράξω; Να υποτάξω τα δικαιώματά μου στη δύναμη της πλειοψηφίας ή να τα υπερασπισθώ και να ζητήσω να ακουσθώ και ενώπιον της Βουλής, που οι εργασίες της μάλιστα είναι δημόσιες, δηλαδή εις επήκοον του λαού; Είναι, άραγε, όλα ζητήματα πλειοψηφίας στη δημοκρατία μας ή μήπως ορισμένα ζητήματα διέπονται από την αρχή της προστασίας της μειοψηφίας και της ελευθερίας, του δικαιώματος ακόμη και του ενός προσώπου, ως ζητήματα δικαιοκρατίας και due process;
*Κηφισιά
