Κύριε διευθυντά
Το κορίτσι των Τεμπών –θύμα της αναλγησίας και της απάθειας– πρώτα είπε «πεθαίνουμε» και μετά «σ’ αγαπώ». Αυτό ήταν το εξόδιο άσμα της τραγωδίας που έκλεισε με την αγάπη στη θέση του μίσους, που εκδηλώνεται συμπτωματικά ή και παράλογα. Το ίδιο υπερθεματίζει η Αντιγόνη του Σοφοκλή με τη ρήση «δεν γεννήθηκα για να μισώ, αλλά για ν’ αγαπώ».
Εκλεισε έτσι η δική μας τραγωδία ή μήπως, αντίθετα, άνοιξε; Μαζί με τον ασκό του Αιόλου, που φύσηξε στέλνοντας, αναλόγως, και τον μικρό Αγγελο εκεί που ανήκε ανέκαθεν: στο απυρόβλητο της μεταφυσικής παραμυθίας, «ἔνθα πᾶσα λύπη ἀπέδρα»…
Και –ω της συμπτώσεως!– την ώρα που επιμένουν οι άγονοι αντίλογοι που καταδικάζουν την έκτρωση… Στον κόσμο όμως των επιγείων δεν φαίνεται να ‘χουν θέση οι Αγγελοι… Δεν βρέθηκε για την προκαταδικασμένη ζωή του παιδιού ούτε αντισύλληψη ούτε έκτρωση, ούτε πόρτα πονετική για ν’ ακουμπήσει παρακλητικά το κορμί του: ούτε εκκλησία ούτε δημόσιο ίδρυμα, ούτε κατώφλι σπιτικό δεν έγινε αγκαλιά του.
Κι όμως, στα σχολεία οι έφηβοι περιθάλπουν σπλαχνικά τα πληγωμένα τετράποδα… Πού είμαστε, η κοινωνία, εμείς, όταν ο Αγγελος σφάδαζε για τρία ολόκληρα χρόνια, σε πείσμα της απρόθυμης ακοής μας;
Διαβάζω πως στην περίοδο της Κατοχής –της πλήρους διάλυσης– κάποιοι Ανθρωποι έσωζαν μέσα σε ζεστές βρεφοδόχους τα ξυλιασμένα βρέφη των δρόμων… Μιλώντας για τις απανταχού τραγωδίες, ας καταλάβουμε κάποιοι ότι πολιτισμός δεν σημαίνει εικόνα, αλλά ομοίωση ανθρωπιάς…
Και, τέλος, ορίζοντας την έννοια «γονείς», ας μην τους συγχέουμε με δομητές κυττάρων.
