Το ιερό, αρχετυπικό λάδι των Ελλήνων

Κύριε διευθυντά

Περί ελαιολάδου, ως καίριου αρχετυπικού προϊόντος της εθνικής μας διατροφικής και πολιτιστικής ιδιοσυστασίας, η επιστολή μου. Μακράν, δηλαδή, της αμιγώς αγοραίας διάστασης του θορύβου που προκλήθηκε πρόσφατα, γύρω από τον τρόπο διακίνησης του εμβληματικού προϊόντος μας, ανά την επικράτεια.

Βιβλιογραφικός οδηγός μου το σχετικό αφιέρωμα του περιοδικού «Επτά ημέρες» της «Κ», που είχε επιμεληθεί η αείμνηστη Εύη Βουτσινά.

Μέλος της ιερής διατροφικής τριάδας, μαζί με τον σίτον και τον οίνον, το «σεπτόν» και «αιδέσιμον» αυτό προϊόν, συνιστά ένα, αδιατάραχτα, μόνιμο τελετουργικό στοιχείο, πάσης φύσεως, ανά τους αιώνες. Από τις αρχαίες σπονδές, μέχρι το ευχέλαιο, το βάπτισμα, το χρίσμα της χριστιανικής λατρείας. Ιερό βεβαίως, «του ιλαρίναι πρόσωπον εν ελαίω». Και ψυχοφελές, επίσης, πηγή φωτός και χαράς: «…θροφή στα μάτια σαν η ελιά στο στόμα, ο λυχνοστάτης».

Θεραπευτικό και φαρμακευτικό «ίαμα σώματος και ψυχής», το ελαιόλαδο δοξάστηκε επίσης ως υλικό περιποίησης στιβαρών σωμάτων των αθλητών.

Εχοντας συναίσθηση της σπουδαιότητάς του –και παρ’ όλη την ευλογημένη επάρκειά σ’ αυτό– η χρήση του από τον λαό μας ήταν μεν απλόχερη, ποτέ όμως σπάταλη. Με εξαίρεση τα λαδερά μας, τα οποία, ως γνωστόν, πρέπει να… κολυμπούν στο λάδι. Ακόμα και σε ορεινά χωριά, όπου οι κάτοικοι μετρούσαν το λάδι «με τη δαχτυλήθρα», η χρήση του ήταν, όπου αυτό επιβαλλόταν, έως και γενναιόδωρη. Θυμάμαι, τη συνήθως ανταποκριτική μητέρα μου, στις όποιες γαστριμαργικές προτιμήσεις μας, να ορθώνει το ανάστημά της, όταν θέταμε ζήτημα περιορισμού της ποσότητας του λαδιού στη μαγειρική της: «Οσο χρειάζεται…», ήταν η ανυποχώρητη απάντησή της.

Ως γνωστόν, λάδι για τους Ελληνες είναι μόνο ένα. Γι’ αυτό και δεν το αποκαλούμε ελαιόλαδο.

Θέτοντας αυτομάτως τα υπόλοιπα λάδια σε υποδεέστερη θέση. Πλούσιο στις σαλάτες, με τη φυσική μορφή του απλού λαδολέμονου, και τα καλοκαιρινά φαγητά, όπου βουτώντας το ψωμάκι μας, μετατρέπουμε την μπουκιά μας σε ύψιστη γκουρμεδιά. Και ως πρωτογενές προϊόν, όμως, η ελίτσα μας, προσφέρει το αξεπέραστο και διαχρονικό ελληνικό προσφάγι, συνώνυμο της πορείας ενός λιτοδίαιτου λαού.

Από ένα κείμενο σαν αυτό δεν θα μπορούσε να λείπει η ποιητική διάσταση του πρωταγωνιστή μας, κυρίως ως φωτιστικού μέσου, των, εν πολλοίς, αυτοσχέδιων λυχναριών με το βαμβακένιο φυτίλι. Η λογοτεχνία έχει τον λόγο εδώ: «Η νέα εποχή θα έφτανε ως εμάς […] με τη μορφή ενός διάφανου σχεδόν άυλου αχλαδιού. Ενας γυάλινος φαλακρός καρπός με ψυχρό αιχμηρό φως.

Αναβε κι έσβηνε στο ταβάνι, πατώντας ένα μαντζούνι-διακόπτη. Ενα ρέκβιεμ, αυτό, στη χαμένη απτότητα, εκείνη που αντικατέστησε το γλυκό φως του λυχναριού, αυτό το κατοικίδιο χειροποίητο άστρο, που έκανε τα πράγματα να κολυμπάνε ανάλαφρα ολόγυρά μας. Η μητέρα τού έβαζε λάδι με το λαδικό. Το βαμβακερό φυτίλι, στριφτή ελάχιστη πλεξίδα, το απορροφούσε αργά. Υστερα άναβε το σπίρτο και το πλησίαζε στην άκρη του. Βλέπαμε τη μικρή γήινη φλόγα να γεννιέται εκεί, σ’ αυτόν τον μικρό λειτουργικό κύκλο της ανθρώπινης επινοητικότητας. Η αργή καύση, σε παράλληλο βηματισμό έντυνε με απαλές ανταύγειες τις αργόσυρτες ώρες μας». (Μ. Πρατικάκης, η Κρήτη, περιοδικό η Λέξη).

Aς θυμηθούμε, εδώ, και τη γνωστή φράση: «όζει λυχνίας», αναφερόμενη, συνήθως, σε ένα βιβλίο, που για να γραφτεί χρειάστηκε πολύ κόπο. Ισχύει όμως και το αντίθετο: «ο συγγραφέας, που κατανάλωσε το λάδι του τζάμπα». Αυτό, αν το βιβλίο δεν άξιζε και πολλά πράγματα.

Υπάρχει και λατινική, αντίστοιχη έκφραση: «oleum perdisti».

Από την άλλη, μια παλιά έξοχη φράση παραγγέλλει: «Η τέχνη δικαιώνεται μόνο όταν «ου ζητεί τα εαυτής». Οτι, δηλαδή, ένα έργο τέχνης πρέπει να κρύβει τον κόπο του. Τίποτα να μην «όζει λυχνίας». Μόνο οι καλλιτέχνες δημιουργοί να ξέρουν, πόσο λάδι έκαψε ο λύχνος τους.

*Βούλα

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT