Κύριε διευθυντά
Το πολύ ενδιαφέρον δημοσίευμα της αγαπητής «Καθημερινής» της 4.1.2025 με τίτλο «Επτά αλήθειες για τη χρήση αντικαταθλιπτικών», φέρει στο προσκήνιο τις λανθασμένες γνώμες και πεποιθήσεις για την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια των αντικαταθλιπτικών φαρμάκων. Η κριτική περιλαμβάνει τον ισχυρισμό ότι δεν θεραπεύουν, αλλά απλώς συγκαλύπτουν τη νόσο, ότι μεταβάλλουν την προσωπικότητα, ότι προκαλούν εξάρτηση, αυτοκτονικό ιδεασμό και ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως παχυσαρκία, σεξουαλική δυσλειτουργία κ.ά. Τούτο έχει ως επακόλουθο πολλοί ασθενείς να μην υποβάλλονται σε θεραπεία και να υφίστανται την οδυνηρή καταθλιπτική συμπτωματολογία και ενδεχομένως να εκτίθενται σε κίνδυνο αυτοκτονίας. Εχει υπολογιστεί διεθνώς ότι το 50% των καταθλιπτικών ασθενών δεν υποβάλλεται σε θεραπεία και ότι ένας από τους λόγους αποφυγής ή διακοπής είναι οι λανθασμένες γνώμες και πεποιθήσεις του κοινού αλλά και επαγγελματιών υγείας για την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια της φαρμακευτικής θεραπείας. Οπως όλα τα φάρμακα, έτσι και τα αντικαταθλιπτικά μπορεί να εκδηλώσουν ανεπιθύμητες ενέργειες, αλλά ο κλινικός θα πρέπει να ακολουθήσει την Ιπποκρατική αρχή, «ωφελέειν ή μη βλάπτειν». Η σεξουαλική δυσλειτουργία (κυρίως καθυστέρηση ή αναστολή του οργασμού ή μείωση της λίμπιντο) παρατηρείται στο 30%-70% των ασθενών που παίρνουν τα σεροτονινεργικά (SSRIs), αλλά είναι λιγότερο συχνή στα νοραδρενεργικά (SNRIs), ενώ πρακτικά δεν παρατηρείται με άλλα, όπως η μιρταζαπίνη, η αγομελατίνη, η τραζοδόνη, η βορτιοξετίνη και η βουπροπιόνη. Η τελευταία (δρα στο ντοπαμινεργικό σύστημα) μπορεί να αυξήσει τη σεξουαλική λειτουργία ή ακόμη και να αντιστρέψει τη δυσλειτουργία σε ασθενείς με SSRI και SNRI, χωρίς να διακοπεί η αρχική θεραπεία. Τα αντικαταθλιπτικά δεν προκαλούν εξάρτηση. Ομως, η απότομη διακοπή τους, ιδίως μετά μακρά χορήγηση, μπορεί να προκαλέσει συμπτώματα, όπως ανησυχία, αϋπνία, γαστρεντερικά ενοχλήματα κ.ά., τα οποία δεν θεωρούνται συμπτώματα εξάρτησης, διότι δεν συνοδεύονται από συμπεριφορά αναζήτησης της ουσίας και υποχωρούν μετά 2-3 εβδομάδες ή αποφεύγονται με βραδεία διακοπή τους. Το ενδεχόμενο να προκαλέσουν βουλιμία και αύξηση του σωματικού βάρους είναι πιθανό για κάποια αντικαταθλιπτικά, έχει όμως ο θεραπευτής τη δυνατότητα να επιλέξει το κατάλληλο για την κάθε περίπτωση.
Π.χ., η μιρταζαπίνη, η οποία συνήθως αυξάνει την όρεξη και το σωματικό βάρος, μπορεί να συνιστάται σε εξασθενημένους οργανισμούς και καρκινοπαθείς, αλλά να είναι επιβλαβής σε παχύσαρκους και διαβητικούς. Η βουπροπιόνη μπορεί να προκαλέσει μείωση της όρεξης και να προτιμάται στους παχύσαρκους και βουλιμικούς ασθενείς.
Μελέτες μας προ ετών στην Ψυχιατρική Κλινική του Πανεπιστημίου Αθηνών έδειξαν υψηλά ποσοστά ασθενών και δείγματος πληθυσμού που θεωρούσαν τα αντικαταθλιπτικά εξαρτησιογόνα και βλαπτικά για τη σωματική υγεία. Παράλληλα, διαπιστώσαμε ότι η κατανάλωση των αντικαταθλιπτικών στη χώρα μας αυξήθηκε κατά 130,6% στη διάρκεια της 10ετίας από το 2002 έως το 2011, που υποδηλώνει ότι περισσότεροι καταθλιπτικοί ασθενείς διαγνώστηκαν και υποβλήθηκαν σε θεραπεία. Η συνολική κατανάλωση (υπολογίστηκε με τα στοιχεία του IMS για την Ελλάδα) εκτιμάται ως χαμηλή αν ληφθεί υπόψη η συχνότητα της κατάθλιψης στον πληθυσμό, η απαιτούμενη δοσολογία και η διάρκεια θεραπείας.
Το κοινό, οι ασθενείς, οι οικογένειές τους και οι επαγγελματίες υγείας πρέπει να γνωρίζουν ότι η συχνή και οδυνηρή κατάθλιψη, που προσβάλλει περίπου 350 εκατ. παγκοσμίως, είναι κατά το πλείστον θεραπεύσιμη και τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα είναι αποτελεσματικά και ασφαλή.
*Τέως. αναπλ. καθηγητής Ψυχιατρικής ΕΚΠΑ, τέως πρόεδρος του Κλάδου Ψυχοφαρμακολογίας της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας (2005-2022).
