Κύριε διευθυντά
Εκρινα ότι δεν έπρεπε να κρατήσω για τον εαυτό μου ένα γλωσσικό φίλεμα, παλιοκαιρινής συγχωριανής μου, γνωστότατης για τον θυμόσοφο όσο και βωμολόχο λόγο της, που, στο άκουσμά του, άφησε άφωνη την τοπική ομήγυρη. Και εμένα φυσικά που το πληροφορήθηκα κατά τη φετινή επίσκεψή μου στη γενέτειρα.
Η δωρήτρια του φιλέματος, λοιπόν, με αφορμή τη γενικότερη παρατεταμένη φθινοπωρινή ανομβρία, και ειδικότερα απελπισμένη, οργισμένη καλύτερα, από τις απλώς θωπευτικές τοπικές βροχούλες, σε αντίθεση με τις αλλού, έως και καταστροφικές, βροχοπτώσεις, κοιτάζοντας προς τον… ουρανό, ξεστόμισε τη φράση: «[…] αλλού κατ’ράς κι εδώ έρχεσαι και την τ’νάζς».
Τι να πρωτοθαυμάσει κανείς σ’ αυτήν τη ρουμελιώτικη, κακοτράχαλη, μουσική συμφωνία… συμφώνων; Την ευθύβολη ακρίβειά της, την ανεπιτήδευτη μεταφορική ευστοχία της ή την [ανερυθρίαστη!(*)] εκφραστική αυτοπεποίθηση της αθυρόγλωσσης συγχωριανής μου;
(*) Προς άρσιν ενδεχομένων δισταγμών δημοσιεύσεως της παρούσης, επικαλούμαι τη σεβαστή και γενικώς αποδεκτή φράση του Λορέντζου Μαβίλη, «δεν υπάρχουν χυδαίες λέξεις, μόνον χυδαίοι άνθρωποι».
