Κύριε διευθυντά,
Ο καθηγητής Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος στο πρόσφατο άρθρο του («Υπάρχουν Αψβούργοι, αλλά όχι Γλυξβούργοι», «Καθημερινή» 29.12.2024) έχει βασιστεί σε διάφορα στοιχεία για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η οικογένεια του τελευταίου βασιλέα Κωνσταντίνου Β΄ είχε επώνυμο. Υπάρχουν όμως και ισχυρότερα στοιχεία από αυτά που επικαλείται ο καθηγητής και καταλήγουν σε διαφορετική άποψη.
Συγκεκριμένα, η απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου της χώρας με αριθμό 45/1997, που έκρινε τα περί βασιλικής περιουσίας, αναφέρει: «Ο διάδικος, τέως βασιλιάς των Ελλήνων, έκπτωτος ήδη, σύμφωνα με το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος της 8ης Δεκεμβρίου 1974, στερείται επωνύμου λόγω των ιστορικών περιστάσεων και ειδικότερα γιατί οι βασιλείς των Ελλήνων δεν είχαν επώνυμο (βλ. συναφώς Ψήφισμα της Β΄ των Ελλήνων Συνέλευσης της 18.3.1863)». Επιπλέον, η ίδια η ελληνική κυβέρνηση τον Απρίλιο του 1998, κατά την εξέταση του παραδεκτού της προσφυγής του τέως βασιλέα ενώπιον του Δικαστηρίου της ΕΣΔΑ, δέχθηκε ότι η οικογένειά του δεν είχε συγκεκριμένο επώνυμο και μπορούσε να χρησιμοποιήσει επώνυμο της επιλογής της (βλ. Νίκος Αλιβιζάτος «Η βασιλική περιουσία στο Στρασβούργο»).
Περαιτέρω και σε σχέση με την επιλογή του συγκεκριμένου επωνύμου (Ντε Γκρες) από τα μέλη της οικογένειας, η ανακοίνωση που εξέδωσαν την επεξηγεί επαρκώς: «Επιλέξαμε αυτό που είχε επιλέξει και ο αποθανών θείος μας, Μιχαήλ Ντε Γκρες και είναι ό,τι πιο οικείο σε εμάς». Το επώνυμο αυτό λοιπόν έχει δηλωθεί ήδη από το 2004 από τον Μιχαήλ, μέλος της οικογενείας του τέως βασιλέα, χωρίς τότε να υπάρξει «ένσταση» από πολιτικούς ή συνταγματολόγους. Οσον αφορά δε το πώς θα γράφεται στη λατινική του γραφή, μάλλον δεν θα ήταν σκόπιμο, καθώς ούτως ή άλλως υπάρχουν αρκετά προηγούμενα απόκλισης από τον σχετικό κανόνα, η κυβέρνηση να πυροδοτήσει συζητήσεις για ένα θέμα που έχει λήξει από το 1974.
*Αθήνα
