«Δόξα τω Θεώ, ήταν μόνο μεθυσμένος»…

Κύριε διευθυντά

Αφορμή να σας απευθύνω την παρούσα υπήρξε η δημοσίευση στην αγαπητή μας «Καθημερινή» επιστολών αναγνωστών, οι οποίοι ενθυμούνται τραγικά ή γενικώς σημαντικά και ενδιαφέροντα γεγονότα της φοβερής για την πατρίδα μας περιόδου της δεκαετίας του 1940. Τελευταίες επιστολές που διάβασα ήσαν αυτές των κυρίων Α. ∆ρακάτου και Γ. Κουρμούση στις 4/12 και 5/12/24.

∆ιαβάζοντας λοιπόν αυτές και άλλες αναλόγου περιεχομένου επιστολές, θυμήθηκα κι εγώ ένα γεγονός που συνέβη κάποια βραδιά του ∆εκεμβρίου 1944, που μας τρομοκράτησε αλλά που είχε ένα μάλλον ευτράπελο τέλος.

Το σπίτι μας, το σπίτι των γονέων μου, βρισκόταν σε κάποιον μικρό δρόμο στη συνοικία του Νέου Κόσμου στην Αθήνα, σχετικά κοντά στον ναό του Αγ. Ιωάννου Βουλιαγμένης. Ο δρόμος ήταν κτισμένος με μονοκατοικίες κολλητά η μία στην άλλη, που σχεδόν όλες είχαν και μία αυλή ή κήπο στο πίσω μέρος τους.

Εγώ τότε ήμουν περίπου 11 ετών.

Η περιοχή μας τη χρονική αυτή περίοδο ελεγχόταν κυρίως από τον ΕΛΑΣ. Περιττό να περιγράψω τις συνθήκες τρόμου και αγωνίας που επικρατούσαν. Οι κάτοικοι, κατά τη διάρκεια της ημέρας, έβγαιναν από τα σπίτια τους με μύριες προφυλάξεις μόνο για να βρουν τα αναγκαία για την επιβίωσή τους. Το βράδυ από νωρίς κλειδαμπαρώνονταν οι πάντες στα σπίτια τους με την αναμονή και την ευχή να ξημερώσει με το καλό η επόμενη ημέρα, χωρίς να μεσολαβήσει κανένα κακό.

Θυμάμαι λοιπόν κάποιο βράδυ, πριν προσπαθήσουμε σχεδόν νηστικοί να κοιμηθούμε, να ακούμε με τρόμο δυνατά χτυπήματα στην εξώπορτά μας και στη συνέχεια μια αγριοφωνάρα από κάποιον, να μας καλεί να ανοίξουμε γρήγορα διότι τον έχει στείλει ο ΕΛΑΣ και θα ανατινάξει το σπίτι! Στο σπίτι μας εκείνη την περίοδο κατοικούσαμε η χήρα μητέρα μου, ο μεγάλος αδελφός μου με τη γυναίκα του και το μωρό τους και ίσως φιλοξενούσαμε κάποιον συγγενή. ∆εν θυμάμαι καλά. ∆εν ανοίξαμε ούτε δώσαμε κανένα σημείο ζωής. Είχαμε μαζευτεί στη γωνιά ενός δωματίου και περιμέναμε τις εξελίξεις.

Κάποια στιγμή, μετά τους χτύπους και τις αγριοφωνάρες, επικράτησε ηρεμία. Τότε οι μεγαλύτεροι με φώναξαν και μου είπαν να βγω με προσοχή στην αυλή από την πίσω πόρτα και να ανέβω στην ταράτσα να κοιτάξω κάτω να δω τι συμβαίνει.

Πράγματι, βγήκα από την πίσω πόρτα και από τη σιδερένια σκάλα ανέβηκα στην ταράτσα. Οπότε ξαφνιασμένος ακούω από τη διπλανή ταράτσα τη φωνή της γειτόνισσας, της κυρίας Αντωνέττας, να με ρωτάει με αγωνία, «παιδί μου, τι γυρεύεις τέτοια ώρα εδώ επάνω;», οπότε εγώ απαντώ: «Κυρία Αντωνέττα κάποιος θέλει να μας ανατινάξει το σπίτι». Κι εμάς το ίδιο, μου απαντά. Τρέχουμε τότε ο καθένας προς την άκρη της ταράτσας του, προσπαθώντας να κοιτάξουμε κάτω στον δρόμο να δούμε τι συμβαίνει. Και τι αντικρίσαμε μέσα στο μισοσκόταδο; Ενας ηλικιωμένος, όπως εκτιμήσαμε, άνδρας έφευγε από το σπίτι μας και προσπαθούσε να κατευθυνθεί στο διπλανό. Αλλά πώς πήγαινε; Εκανε ένα βήμα μπρος, δύο πίσω. Επεφτε, σηκωνότανε και ούτω καθεξής. Εν ολίγοις, φαινόταν να είναι τύφλα στο μεθύσι. Βγήκε τότε ένα αυθόρμητο «ουφ» ανακούφισης από τα στόματά μας και μάλλον προσπαθήσαμε να χαμογελάσουμε. Σπεύσαμε τρέχοντας να κατεβούμε να μεταφέρουμε το νέο στους τρομοκρατημένους δικούς μας…

*Νέα Σμύρνη

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT