
Κύριε διευθυντά
Ο Σωτήρης Τσαμπηράς, ένας Αθηναίος εικοσάχρονος φοιτητής, πήγε στην Ηπειρο και κατετάγη στον «Ιερό Λόχο» του Ε∆ΕΣ. Στον ίδιο λόχο είχε καταταγεί και ένας άλλος εικοσάχρονος φοιτητής, ο Καρδιτσιώτης Μένιος Θεολόγης.
Εγραψαν βιβλίο και οι δύο. Ο πρώτος με τίτλο «Ας μη βρέξει ποτέ», παρμένο από το ποίημα του Κάλβου για τους Ιερολοχίτες του Αλέξανδρου Υψηλάντη που έπεσαν στο Δραγατσάνι σε μάχη με τους Τούρκους. Ο δεύτερος με τίτλο «Με τα φτερά της αντίστασης».
Στον «Ιερό Λόχο» υπηρέτησαν αποκλειστικά φοιτητές και μαθητές γυμνασίου. Ο δεκαεξάχρονος συμμαθητής μου Στέλιος Μαλιόπουλος σκοτώθηκε σε μάχη με τους Γερμανούς. Στο βιβλίο του Τσαμπηρά υπάρχει ένα κείμενο με τον τίτλο «Το κουτσό παλικάρι». Οταν διάβασα αυτό το κείμενο του ανθυπολοχαγού Τσαμπηρά, θυμήθηκα κάτι που είχε γράψει γι’ αυτόν ο Μένιος Θεολόγης: «Ο καλός θεός του χάρισε, απλόχερα, λεβεντιά και καλοσύνη». Πράγματι, μεγάλη ανθρωπιά, λεβεντιά και καλοσύνη εκπέμπει το κείμενο που ακολουθεί και συγχρόνως αποτελεί ένα κήρυγμα λήθης και συμφιλίωσης. Συνέβη στην Αθήνα μετά τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ:
«Ενα πρωί, περιμένοντας τη σειρά μου στα εξωτερικά ιατρεία του νοσοκομείου, βρέθηκα πλάι σ’ ένα παλικάρι με δεκανίκια. Το ένα πόδι κομμένο πάνω από το γόνατο. Φόραγε τη στολή των φαντάρων του σαράντα. Πιάσαμε την κουβέντα: ΕΛΑΣίτης από την Κοκκινιά… Είχε, λέει, θρέψει η πληγή. Αργότερα θα ‘βαζε και τεχνητό μέλος… Από ρουκέτα που έριξε αεροπλάνο εγγλέζικο… στη μάχη της Αθήνας… είχε έρθει κι έσκασε πλάι του… “Να εδωνά, ούτε καν ένα μέτρο, συναγωνιστή ανθυπολοχαγέ”. Μπήκε μέσα πριν από μένα. Ηρθε μετά η σειρά μου. Βγαίνοντας τον είδα που με περίμενε καπνίζοντας. Κατεβήκαμε τη Σπυρίδωνος Τρικούπη. Πηγαίναμε αργά. Ολο και φλυαρούσε για τον Δεκέμβρη. Φτάσαμε στο Πεδίον του Αρεως. Γλυκός ήλιος ανοιξιάτικος. Μοσχομύριζε ο τόπος. Βρήκαμε ένα πάγκο. “Να καθίσουμε”, είπα. Τώρα μιλούσε για τις μάχες της Κοκκινιάς στην Κατοχή με τους τσολιάδες, τον άνθρωπο με την κουκούλα, τον καταδότη, αυτόν που έδινε τους συναγωνιστές στον εχθρό δείχνοντας με το δάκτυλο. “Κι ένα παιδί θεριό, συναγωνιστή ανθυπολοχαγέ, έτσι και γύρισε η κουκούλα και σήκωσε το χέρι προς το μέρος του το ‘βαλε στα πόδια. Τον κυνηγήσανε οι τσολιάδες, του ρίξανε μα δεν τον πετύχανε… Τότε έριξε μια ριπή ο Γερμανός και τόνε γάζωσε… Σκορπίσανε τον κόσμο με τα κοντάκια… Νύχτωσε, αλλά οι δικοί μας στήσανε μάχη… Το άλλο πρωί πήγαμε να πάρουμε το λεβέντη να τόνε θάψουμε”. Με ρώτησε για τον πόλεμο στο βουνό. Του είπα τα δικά μας. Τις μάχες με τους Γερμανούς, την πείνα, τις πορείες, την αρρώστια, τη μέρα που πήραμε τα Γιάννενα.
“Καθαρά πράγματα, συναγωνιστή ανθυπολοχαγέ”, λέει. “Τυχεροί είσαστε, άκου μένα που σου λέω. Μονάχα με τους Γερμανούς! Τυχεροί!”.
Μεσημέριαζε. Περπατήσαμε ως την Ομόνοια. “Πάω στη μάνα μου, θα μου ‘χει κριθαράκι σήμερα”.
Χωρίσαμε. Δεν τον ξαναείδα τον κουτσό ΕΛΑΣίτη. Τον θυμήθηκα όμως συχνά στα κατοπινά χρόνια, στον στρατό στη Λάρισα εκείνες τις ατέλειωτες νύχτες του Εμφυλίου.
Και πάλι γύρισαν στο μυαλό μου τα λόγια του τώρα τελευταία ακούγοντας τις αφηγήσεις του Σκωτσέζου Τζορτζ Κρίστι ένα βράδυ στο Βέλγιο. Μόλις είχε γυρίσει από υπηρεσία στην Ελλάδα. Με την ευκαιρία πέρασε για προσκύνημα κι από το βρετανικό νεκροταφείο κοντά στο Καλαμάκι. Ηθελε να επισκεφθεί τους τάφους αγαπημένων συντρόφων, αυτών που χάθηκαν στη μάχη της Αθήνας. Μεσήλικας τώρα, ύστερα από τόσες μάχες στη Βιρμανία, στην Κορέα κι αλλού, αναθυμότανε την εποχή που εικοσάχρονος ανθυπολοχαγός είχε πολεμήσει με λύσσα τους ΕΛΑΣίτες εκείνο τον Δεκέμβρη με ένα επίλεκτο τμήμα πρασινοσκούφηδων. “Οι Ελληνες όμως, πρέπει να το πω, είχανε θάρρος αφάνταστο κι αψηφούσανε τον θάνατο κι από τις δύο πλευρές που πολεμούσανε. Πουθενά αλλού δεν είδα τέτοιους αντρειωμένους άντρες, με τέτοιο πείσμα. Για να καταλάβεις, το τάγμα μου είχε ξεκινήσει με πεντακόσιους πενήντα μάχιμους. Ε λοιπόν, μέσα σ’ ένα μήνα χάσαμε εκατόν ογδόντα εφτά νεκρούς και τραυματίες”.
Καημένη πατρίδα! Τέτοια γενιά! Τόσα παλικάρια στον κάτω κόσμο! Ας μη βρέξει ποτέ! Ποτέ πια».
Ο Σκωτσέζος αξιωματικός εξυμνεί την παλικαριά των μαχητών του ΕΛΑΣ. Οι άλλοι της ΟΠΛΑ και της πολιτοφυλακής έμπαιναν στα σπίτια άοπλων, τους άρπαζαν και τους πήγαιναν στη λαιμητόμο ή στην ομηρία…
