– «Ψηλά τα χέρια»!– «Οχι, δεν τα σκώνου»!

Κύριε διευθυντά

Κάπου διάβασα τη φράση: «Αν και γιγάντια η επώνυμη επίσημη ιστοριογραφία, νάνος μπροστά στην ανώνυμη». Σαφής η αναφορά στη Μικροϊστορία. Της οποίας σπουδαίο μέρος αποτελούν οι αφηγήσεις απλών ανθρώπων, για συμβάντα της εποχής τους, που από στόμα σε στόμα έφτασαν στις μέρες μας. Ακόμα καλύτερα, όταν πρόκειται για σύγχρονες αφηγήσεις-μαρτυρίες, όπως αυτή τού περίπου εκατονταετούς κοντοχωριανού μου, ενός από τους τελευταίους επιζώντες μιας από τις δραματικότερες περιόδους της νεότερης ιστορίας μας. Οπου, η γλυκόπικρη καταληκτική ιλαρότητα της ιστοριούλας του δεν καταφέρνει να άρει την τραυματική βαρυθυμία από το, έμφορτο εμφυλίου μένους, μικροϊστορικό συμβάν της διήγησής του.

Με τα δικά του λόγια:

«Ημασταν μια πολυμελής οικογένεια που την περίοδο της κατοχής βρέθηκε ενταγμένη στις οργανώσεις του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ. Εγώ, λόγω ηλικίας, εντάχθηκα στα “Αετόπουλα”, όπου μέσα από τη διαφώτιση των καθοδηγητών σφυρηλατούνταν η αγωνιστική αντίσταση κατά των Γερμανοϊταλών κατακτητών. Το δυστύχημα ήταν ότι, στην πορεία, τα πράγματα οδηγήθηκαν και σε αγώνα αλληλοεξόντωσης των ελληνικών αντιστασιακών οργανώσεων, οι οποίες εν τω μεταξύ είχαν δημιουργηθεί. Η αρχή αυτής της νέας κατάστασης εμένα με βρήκε, σε ηλικία 16 ετών, αναβαθμισμένο «στέλεχος» με σοβαρές υποχρεώσεις και καθήκοντα, στο Κέντρο Πληροφοριών της οργάνωσης.

Στη συνέχεια, και κατά την κορύφωσή της, συμμετείχα, ως κανονικός πολεμιστής αντάρτης, σε αρκετές μάχες εναντίον του Στρατού και της Χωροφυλακής.

Σε κάποια από αυτές τις συγκρούσεις, με καταφανείς τις άνισες εις βάρος μας δυσκολίες, βρεθήκαμε στην περιοχή των Γρεβενών, κυκλωμένοι από τον Στρατό. Οπως ήταν επόμενο, μας ζητήθηκε να παραδοθούμε και ένας ένας να παραδώσουμε τα όπλα μας, σηκώνοντας τα χέρια μας ψηλά.

Οταν ήρθε η σειρά μου, εγώ δεν σήκωνα τα χέρια, αρνούμενος να το κάνω. Ο επικεφαλής αξιωματικός με διέταξε επαναληπτικά: “Ψηλά τα χέρια”! Του απαντάω και εγώ επαναληπτικά: “Οχι, δεν τα σκώνου, δεν τα σκώνου. ∆ε παραδίνουμι”. Τότε αμολάει μια μικρή ριπή με το αυτόματό του στα πόδια μου. Εκεί κάτι έγινε… Χωρίς εγώ να έχω καταλάβει τίποτα, μου λέει καγχάζοντας, “Τι είναι αυτά ρε παλληκαρά της φακής;”, και μου δείχνει χαμηλά, το παντελόνι μου. Κοιτάω και βλέπω το αριστερό παντελονοπόδαρο και τα άρβυλά μου μουσκεμένα! Τα είχα κάνει απάνω μου. Υστερα απ’ αυτό και με συνοδεία τα θορυβώδη χάχανα του εχθρικού αποσπάσματος, ταπεινωμένος και με σκυμμένο το κεφάλι ακολούθησα τη φάλαγγα των επίσης καταρρακωμένων συντρόφων μου.

Στη συνέχεια ακολούθησε ο δρόμος της αιχμαλωσίας και του στρατοδικείου. Οπου οι κατηγορίες (με «μαρτυρίες» και κάποιων συγχωριανών μου) ότι ήμουν καπετάνιος και ότι είχα κάνει εγκλήματα κατέπεσαν, λόγω του νεαρού της ηλικίας μου.

Σήμερα διάγω τη δέκατη 10ετία της ζωής μου, ζω στο χωριό μου με τη γυναίκα μου και απολαμβάνω τη χαρά της ζωής με τα παιδιά μου και τα εγγόνια μου».

ΥΓ.: Η αφήγηση κατεγράφη το φετινό καλοκαίρι στο χωριό, με τη βοήθεια του φίλου, τοπικού ερευνητή και ιστορικού μελετητή Βασίλη Σταμοκώστα, τον οποίο ευχαριστώ και με αυτή την ευκαιρία.

*Βούλα

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT