Κύριε διευθυντά
Περί το τέλος Σεπτεμβρίου 1944, η Οργάνωση ΕΑΜ του χωριού μου (Μαλακάσι Καλαμπάκας) ανέθεσε στον φίλο μου Αποστόλη Σταμούλη (ετών ένδεκα) και σ’ εμένα (ετών εννιάμισι) μια σημαντική αποστολή. Εδωσε στα δύο Αετόπουλα ένα φάκελο με την εντολή να τον μεταφέρουμε στην Οργάνωση ΕΑΜ του γειτονικού Αμπελοχωρίου. Αναλάβαμε το έργο γεμάτοι υπερηφάνεια. Επιθυμούσα πολύ να πηγαίνω στο Αμπελοχώρι, το χωριό του πατέρα μου, γιατί το κλίμα εκεί ήταν πολύ πιο φιλελεύθερο απ’ ό,τι στο Μαλακάσι. Οσες φορές μέχρι τότε είχα πάει με τους γονείς μου στο Αμπελοχώρι, πάντα μέναμε στο σπίτι της θείας Αλεξάνδρας. Εκεί κατόρθωνα να κάμπτω την αντίδραση της μάνας και να κοιμάμαι τα βράδια έξω στο μπαλκόνι, παρέα με τα εξαδέλφια μου. Στο Μαλακάσι δεν είχα κοιμηθεί ποτέ στο σπίτι με ανοιχτό παράθυρο, από τον φόβο της μάνας μήπως κρυολογήσω. Τα αίτια όλων των ασθενειών, για τη μητέρα μου, ήταν δύο: Το κρύωμα και το μάτιασμα (η βασκανία). Για το μάτιασμα, γιατρός ήταν η ίδια. ∆ιατεινόταν ότι ήξερε να ξεματιάζει! Εάν δεν ήμουν ματιασμένος με πήγαινε, νύχτα μερικές φορές, στον ιερέα παπα-Ζήση να μου διαβάσει ευχή!… Αλλά η ευχή δεν θεράπευε την ελονοσία!… Ευτυχώς βρέθηκε το κινίνο. Ανέφερα τα παραπάνω για να δείξω ότι την ημέρα εκείνη του Σεπτεμβρίου 1944, όταν η Οργάνωση ΕΑΜ Μαλακασίου ανέθεσε στον φίλο μου τον Αποστόλη και σ’ εμένα τη μεταφορά του εγγράφου στο Αμπελοχώρι, ένιωσα πανευτυχής. Τρέχοντας αφήσαμε την πλατεία του Μαλακασίου και πήραμε τον κατήφορο. Επρεπε να επιστρέψουμε το απόγευμα, σχετικά ενωρίς, για ν’ αποφύγω τον έλεγχο από τον πατέρα, εάν το είχα παρατραβήξει με την απουσία μου από το σπίτι. Μόλις περάσαμε τη γέφυρα του Πηνειού και αρχίσαμε ν’ ανηφορίζουμε, φάνηκε στα αριστερά μας και μακριά ο βράχος, Πέτρα Μοκοσίου. Το γερμανικό κανόνι από τη ράχη του ξεκίνησε να δρα. Από την μπούκα του κάθε τόσο έβγαινε καπνός και δευτερόλεπτα αργότερα έφτανε στ’ αυτιά μας ο δυνατός κρότος του κανονιοβολισμού. Οι οβίδες περνούσαν από πάνω μας σφυρίζοντας, με κατεύθυνση προς το Αμπελοχώρι. Ελαττώσαμε το βάδισμα σε αργό ρυθμό, ελπίζοντας ότι κάποτε οι Γερμανοί θα σταματούσαν να κανονιοβολούν. Φτάσαμε, όμως, κοντά στη ράχη και οι Γερμανοί συνέχιζαν. Αναγκαστήκαμε να σταματήσουμε και να περιμένουμε καμιά ώρα στη σκιά μιας βελανιδιάς. Περνούσαν οι οβίδες από πάνω μας και προσπαθούσαμε να υπολογίσουμε αν ο στόχος τους ήταν το χωριό ή κάποια άλλη περιοχή, όπως στο Μαλακάσι. Κάποτε το κανόνι εσίγησε. Ηταν αργά το απόγευμα. Περάσαμε τη ράχη και φτάσαμε στα πρώτα αμπέλια του χωριού, στα αριστερά μας. Ηταν όλα φρεσκοτρυγημένα. Μπροστά μας, το χωριό φαινόταν ήσυχο. ∆εν είδαμε φωτιές και καπνούς, δεν ακούσαμε φωνές. Προχωρήσαμε και όταν φτάσαμε στην πλατεία το χωριό έδειχνε να είναι έρημο. Μείναμε για λίγο όρθιοι στο κέντρο της πλατείας, περιμένοντας να μας συναντήσει κάποιος. Πράγματι, σε λίγα λεπτά ξεπρόβαλε μπροστά μας ένας νέος που έμοιαζε να έχει τα διπλάσια χρόνια από εμένα, αλλά φορούσε ακόμα κοντά παντελόνια. Αρχισε μεταξύ μας ο διάλογος:
– Ποιοι είστε εσείς; Από πού ήρθατε;
– Είμαστε σύνδεσμοι από το Μαλακάσι. Εχουμε ένα έγγραφο για την Οργάνωση Αμπελοχωρίου.
– Μπράβο στην Οργάνωση Μαλακασίου. Εμπιστεύεται μικρά παιδιά, που κανένας δεν τα υποπτεύεται. Εγώ είμαι ο Γιώργος Ταμπούρης. Είμαι ένας από τους υπεύθυνους της Οργάνωσης.
Του δώσαμε τον σφραγισμένο φάκελο. Τον άνοιξε αμέσως. Ενώ τον διάβαζε, μερικοί ακόμα ανέβαιναν προς την πλατεία από τη μεριά της γειτονιάς των συγγενών μου. Οι Γερμανοί είχαν κανονιοβολήσει πιο βόρεια από το χωριό, προς το μέρος της εκκλησίας του Προφήτη Ηλία.
Μόλις ο Γιώργος Ταμπούρης τελείωσε την ανάγνωση του εγγράφου και μας είπε ότι ήμασταν ελεύθεροι, κατηφορίσαμε ως το σπίτι της θείας Αλεξάνδρας, γιατί είχαμε πεινάσει. Για κακή μας τύχη το σπίτι ήταν κλειστό. Πήραμε αμέσως τον δρόμο της επιστροφής γιατί δεν θα αργούσε να νυχτώσει (…) Συνεχίσαμε τον δρόμο για το Μαλακάσι με πολύ γρήγορο ρυθμό, όχι επειδή φοβόμασταν, αλλά γιατί στη σκέψη μας είχαμε την αγωνία των δικών μας, που μας είχαν χάσει όλη την ημέρα. Ημασταν βέβαιοι ότι η Οργάνωση θα κρατούσε μυστική την αποστολή μας μέχρι τον γυρισμό μας. Οταν ξανά φτάσαμε στα αμπέλια, καταβροχθίσαμε κάτι απομεινάρια από σύκα και σταφύλια. Ηταν ήδη νύχτα όταν πλησιάσαμε στην πλατεία του Μαλακασίου. Τον πρώτο που αντικρίσαμε ήταν ο πατέρας μου να κάνει νευρικές βόλτες. Μόλις μας είδε ξέσπασε, αλλά μόνον σ’ εμένα:
– Πού είσαι όλη την ημέρα;
Ισως για πρώτη φορά να με έδερνε, αν δεν τον ικανοποιούσε η απάντησή μου.
– Η Οργάνωση μας έστειλε με έγγραφο στο Αμπελοχώρι.
Το άλλοθί μου ήταν όχι μόνον ακλόνητο αλλά και αποστομωτικό. Πολύ θα ήθελε, εκείνη τη στιγμή, ο πατέρας να εισβάλει στο γραφείο της Οργάνωσης του ΕΑΜ και να τα κάνει γυαλιά-καρφιά. Ανέθεσαν μια τέτοια επικίνδυνη αποστολή στον ενδεκάχρονο Αποστόλη και σε εμένα τον εννιάχρονο, δίχως να ενημερώσουν τους γονείς μας. Πώς όμως θα τολμούσε να κάνει κάτι τέτοιο ο πατέρας, όταν η Οργάνωση είχε εντολή να αναφέρει αρμοδίως για τυχόν αντιΕΑΜική του πράξη; Προ μηνός (Αύγουστος 1944) ο πατέρας μου είχε καταδικασθεί εις θάνατον, από «Λαϊκό Δικαστήριο», αλλά ο Βασίλης Κουβάτης, εξάδελφος της μάνας μου και καπετάνιος του ΕΛΑΣ, είχε κατορθώσει να μετατρέψει την ποινή του σε συνεχή παραμονή του στο Μαλακάσι.
Ο δυστυχής πατήρ κατάπιε την οργή του, την υπερηφάνειά του και εσιώπησε. Ο υιός του, το Αετόπουλο, κατόρθωσε κάτι ριψοκίνδυνο.
ΥΓ.: Από το βιβλίο μου: Η καρυδιά με τους νουμάδες.
*Καρδιοχειρουργός
