Κύριε διευθυντά
Η δημόσια διαβούλευση των νόμων αποτελεί μία, ίσως, από τις βασικές παραμέτρους βελτίωσης των ρυθμίσεών τους και συντελεί, μεταξύ άλλων, στην ύπαρξη ευνομίας και στην εμπέδωση κράτους δικαίου. Υπαγορεύθηκε από το γεγονός ότι υπάρχουν, σε αρκετές περιπτώσεις, ειδικότερα ζητήματα, τα οποία δεν έχουν προβληματίσει ή δεν τα έχει σκεφθεί ο νομοθέτης και για τα οποία παρέχεται δυνατότητα έγκαιρης αντιμετώπισης. Επιπροσθέτως, καταλείπεται έδαφος διόρθωσης ατυχών ή λανθασμένων ρυθμίσεων.
Η χώρα μας έχει τη δεύτερη χαμηλότερη διάρκεια διαβούλευσης στην Ευρωπαϊκή Ενωση (δύο εβδομάδες, έναντι τεσσάρων). Παρά τη σημαντική βελτίωση που έχει παρατηρηθεί τα δύο τελευταία χρόνια, ως προς τη διάρκειά της (μία εβδομάδα ή δέκα ημέρες, στο παρελθόν), εντούτοις το 30% των διατάξεων που επιψηφίζονται από τη Βουλή, δεν είχε περιληφθεί στη σχετική διαδικασία. Η επαύξηση της διάρκειας της διαβούλευσης και η αποφυγή ένταξης στους ισχύοντες νόμους διατάξεων που είχαν εκφύγει της διαβούλευσης και οι οποίες, είτε ως συμπληρώσεις του αρχικού κειμένου, είτε ως τροπολογίες άσχετες με το κύριο αντικείμενο του νόμου, θα έχουν προφανείς ευεργετικές συνέπειες. Πέραν της ευνομίας, η οποία συμπορεύεται και με το κράτος δικαίου, θα συντελέσει στη δημιουργία προϋποθέσεων εμπιστοσύνης των πολιτών προς την ποιότητα των νόμων και συγχρόνως θα απομειώσει τους κοινωνικούς κραδασμούς που προκαλούνται από τις ελλιπείς ή πλημμελείς νομοθετικές ρυθμίσεις.
*Αντιπρόεδρος Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ε.τ.
