Κύριε διευθυντά
Σε πρόσφατο ρεπορτάζ με τίτλο «Ακαδημαϊκοί πόντοι με πληρωμένες δημοσιεύσεις» («Καθημερινή», 13-10-2024), ο κ. Απόστολος Λακασάς σχολίασε ένα θέμα γνωστό στους εντός των πανεπιστημιακών τειχών. Αναφέρθηκε στα λεγόμενα «αρπακτικά» επιστημονικά περιοδικά όπου, έναντι (γενναίας) αμοιβής, δημοσιεύουν άρθρα χωρίς ουσιαστικό έλεγχο, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται στρεβλώσεις και ένας αθέμιτος ανταγωνισμός τόσο μεταξύ πανεπιστημιακών δασκάλων, όσο και μεταξύ πανεπιστημιακών ιδρυμάτων. ∆υστυχώς όμως δεν υπήρχαν προτάσεις για το πώς να «εξουδετερωθούν» τα εν λόγω περιοδικά και να ελαχιστοποιηθούν οι συνέπειες.
Θα μου επιτρέψετε λοιπόν να καλύψω το ως άνω κενό αναφέροντας πρακτικές που για χρόνια χρησιμοποιούνται από μεγάλα εκπαιδευτικά/ερευνητικά ιδρύματα του εξωτερικού, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για άντληση χρηματοδοτήσεων.
Για παράδειγμα, αντί για τον ανούσιο αριθμό δημοσιεύσεων (που κάνει την πληρωμή για την απόκτησή τους σχεδόν αναπόφευκτη), αξιολογείται το εύρος της διεθνούς αναγνωρισιμότητας των ενδιαφερομένων – μέσω των αναφορών στο δημοσιευμένο έργο τους, ή μέσω του συντελεστή απήχησης, του γνωστού h-index. Προσθέτοντας δε και τον αντίκτυπο (impact) του ερευνητικού τους έργου (π.χ., διεθνείς οργανισμοί, ειδησεογραφικά πρακτορεία ή κυβερνήσεις που ενδιαφέρθηκαν για τα αποτελέσματα δημοσιευμένων εργασιών), δημιουργούνται ισχυρά αντίβαρα που ελαχιστοποιούν το αρνητικό κλίμα των «αρπακτικών» περιοδικών.
Φοβάμαι ωστόσο ότι τα πιο πάνω μάλλον αφήνουν αδιάφορους όσους σήμερα διαμαρτύρονται για τις συνέπειες των πληρωμένων δημοσιεύσεων. Γιατί; Διότι ο πήχυς ανεβαίνει επικίνδυνα και δεν συμφέρει αυτούς που βρέθηκαν στον πανεπιστημιακό χώρο με τη βοήθεια λυτών και δεμένων…
*Ομότιμος καθηγητής
