Κύριε διευθυντά
Αναμφίβολα ο Χρήστος Γιανναράς ήταν ένας στοχαστής, που άφησε βαθύ αποτύπωμα στη σύγχρονη πνευματική ζωή του τόπου. Ακριβώς γι’ αυτό, απορεί πραγματικά κανείς για το ότι σε μερικά θέματα τον χαρακτήριζαν κάποιες κραυγαλέες αγκυλώσεις ανεπίτρεπτες για ανθρώπους της δικής του πνευματικής συγκρότησης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η άποψή του για τον αδελφοκτόνο αλληλοσπαραγμό που ρήμαξε τη χώρα μας κατά την τριετία 1946-1949, σύμφωνα με την οποία η «ανταρσία των σταλινιστών» αποκαλείται «ψευδωνύμως», «ψευδεπίγραφα» και «κατ’ ευφημισμόν» εμφύλιος πόλεμος. Την άποψη αυτή την έχει διατυπώσει επανειλημμένα σε σχετικές επιφυλλίδες του στην «Καθημερινή» (2 Μαρτίου 2008, 6 ∆εκεμβρίου 2015, 3 Μαρτίου 2019, 17 Μαρτίου 2019), κάτι που δείχνει πως αποτελούσε γι’ αυτόν εδραία και κατασταλαγμένη πεποίθηση και όχι κάποια βιαστική και αβασάνιστη κρίση της στιγμής. Είναι αξιοπερίεργο ότι ο Γιανναράς επέμενε να υποστηρίζει αυτή την προδήλως ανυπόστατη θέση παρόλο που, σύμφωνα με όλα τα ελληνικά και ξένα λεξικά, η ταυτότητα της εν λόγω σύγκρουσης καλύπτει απολύτως τις προδιαγραφές που χαρακτηρίζουν έναν πόλεμο εμφύλιο, δεδομένου ότι είχε διεξαχθεί εντός της ελληνικής επικράτειας με εκατέρωθεν εμπολέμους αποκλειστικά Ελληνες πολίτες. Το ότι, κατ’ αυτόν, το δίκιο δεν ήταν με την πλευρά των «σταλινιστών» δεν διαφοροποιεί βέβαια τον χαρακτήρα της σύγκρουσης, ούτε κάνει τον εν λόγω πόλεμο λιγότερο εμφύλιο, και συνεπώς η αμφισβήτηση της παγκοίνως αποδεκτής επάρκειας των παραπάνω προδιαγραφών εννοιολογικού προσδιορισμού είναι έξω από κάθε λογική. Η συζήτηση για την τραγωδία που έζησε τότε ο τόπος εξακολουθεί να είναι ανοιχτή, αλλά, όπως κάθε συζήτηση, προϋποθέτει σεβασμό των εννοιών, αλλιώς καθίσταται εξαρχής αδύνατη.
*Θεσσαλονίκη
