Κύριε διευθυντά
Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που τον περασμένο Σεπτέμβριο αξιώθηκα να επισκεφθώ με τη σύζυγό μου, έπειτα από πολλά χρόνια, την Ακρόπολη των Αθηνών. Την περιγραφή του δέους που αισθανθήκαμε όταν βρεθήκαμε μπροστά στον Παρθενώνα τη θεωρώ άσκοπη γιατί φοβάμαι ότι θα υποπέσω σε περιττολογίες. Ωστόσο θα αποτολμήσω μία παρατήρηση τεχνικής φύσεως.
Πρόσεξα τις μεταλλικές σκαλωσιές που υπάρχουν για τις ανάγκες εργασιών συντήρησης. Πυκνές και γκρίζες και όση καλή διάθεση και κατανόηση κι αν θέλεις να δείξεις, αδύνατον να τις δεχτείς σαν καλαίσθητες. Αφού λοιπόν, όπως μαθαίνω, έχουν γίνει εδώ και χρόνια μόνιμο προσάρτημα του μνημείου, θα μπορούσε να είχαν βαφεί με τέτοιο τρόπο ώστε να γίνουν αόρατες. Μόνο η σκιά τους πάνω στους κίονες θα ήταν ορατή τις απογευματινές ώρες. Οι αρχιτέκτονες ξέρουν από αυτά. Μπορούν να πειραματιστούν και στους υπολογιστές με μοντέλα. Ολα γίνονται… είναι η απάντηση στο αναμενόμενο αρνητικό σχόλιο – μα γίνονται αυτά τα πράγματα;
Συνειρμικά θυμήθηκα που πριν από αρκετά χρόνια συγγενικό μου πρόσωπο νοσηλεύτηκε σε νοσοκομείο της Ελβετίας έπειτα από τροχαίο. Στον χειρουργό που πέρασε να τον επισκεφθεί μετά την επέμβαση, ρώτησε γιατί στο πιγούνι τα ράμματα ήταν άσπρα και μαύρα εναλλάξ. Μα για να ταιριάζουν με την υπόλοιπη γενειάδα σας που έχει αρκετές άσπρες τρίχες, απάντησε ο γιατρός!
*Συνταξιούχος μηχανικός, Καβάλα
