Κύριε διευθυντά
Με αφορμή το γεγονός ότι τελευταία στις εφημερίδες και στην τηλεόραση γίνεται λόγος για την παραβατικότητα των ανηλίκων τέκνων και για την αντίδραση των γονέων και εν γένει της κοινωνίας σε αυτά, θα αναφερθώ σε μια παρόμοια προσωπική περίπτωση, αρκετές δεκαετίες παλαιότερα.
Ποτέ δεν με έδειραν ο παππούς (Περικλής) και ο πατέρας (Αθανάσιος). Ειδικά ο πατέρας είχε αποτελεσματικότερους τρόπους να με τιμωρεί, όταν συνέβαινε να είναι ο ίδιος αυτόπτης μάρτυρας των παρεκτροπών μου. ∆εν λησμονώ μια τέτοια περίπτωση. Συνέβη μια δεύτερη ημέρα του Πάσχα. Ο πατέρας, μετά το μεσημεριανό φαγητό, πήγε επίσκεψη στο σπίτι του γείτονα Κώστα Σάρρου (στο χωριό Μαλακάσι Καλαμπάκας). Εκεί, στην αυλή του γείτονα, μια μεγάλη παρέα απολάμβανε τον απογευματινό ανοιξιάτικο ήλιο. Ξαφνικά κάποιος από την ομήγυρη ζήτησε από τον πατέρα μου να σηκωθεί όρθιος και να θαυμάσει τα κατορθώματα των παιδιών του. Σηκώθηκε ο πατέρας και είδε τον γιο του (επτά ετών τότε) και τη μεγάλη του κόρη (ένα χρόνο μικρότερη), από τον δρόμο που περνούσε πάνω από το σπίτι μας, να πετάνε πέτρες στην τσιγκοσκεπή της κουζίνας μιας γειτόνισσας, που καταριόταν με γοερές κραυγές τα παλιόπαιδα που την τρόμαζαν. Καθώς εγώ και η αδελφή μου ετοιμαζόμασταν για νέο γύρο πετροβολίας, ο πατέρας, που μέχρι τότε δεν είχαμε αντιληφθεί, σφύριξε με τον γνωστό του τρόπο, που ήξερε ότι τον αναγνωρίζαμε. Οι πέτρες έπεσαν από τα χέρια μας, όταν τον είδαμε να μας καλεί κοντά του με τη χαρακτηριστική κίνηση του χεριού του. Η αδελφή μου δεν υπάκουσε. Τρέχοντας γύρισε στο σπίτι. Εγώ δεν τόλμησα να παρακούσω την εντολή του πατέρα και πήγα στην αυλή του γείτονα, «ως πρόβατον επί σφαγήν».
Μόλις έφθασα, όλοι της παρέας σηκώθηκαν όρθιοι και είπαν στον πατέρα μου ότι πετούσα πέτρες για να δω πόσο μακριά θα έφθαναν, αλλά κατέληγαν στην τσιγκοσκεπή της γειτόνισσας κατά λάθος… ∆εν ήταν αυτός ο στόχος μου! Αυτά, γιατί φοβήθηκαν οι άνθρωποι ότι ο πατέρας θα με έδερνε. Μάλιστα η Στάμω, η γυναίκα του μπαρμπα-Κώστα (μητέρα πέντε αγοριών), ήρθε κοντά μου και με χάιδεψε στο κεφάλι. Ο πατέρας, πριν μου πει οτιδήποτε και χωρίς να δείχνει θυμωμένος, ζήτησε από την κυρα-Στάμω μια μικρή τριχιά. Η κυρα-Στάμω πήγε στην κουζίνα, βρήκε μια πρόχειρη λεπτή τριχιά και του την έδωσε. Με αυτήν ο πατέρας έδεσε τα χέρια μου οπισθάγκωνα και με πρόσταξε να γυρίσω σπίτι, δίχως να με δείρει ούτε να με μαλώσει. Εφυγα αμίλητος και καταντροπιασμένος, αλλά έσφιξα τα δόντια και δεν έκλαψα. Οταν έφτασα στο σπίτι, πρόλαβα και μπήκα στο δωμάτιο του παππού και τυλίχθηκα με τις κουβέρτες του, χωρίς να γίνω αντιληπτός.
∆εν μπόρεσα να κρατήσω για πολύ και απότομα ξέσπασα σε δυνατά κλάματα με αναφιλητά. Τρομαγμένοι ο παππούς, η γιαγιά και η μάνα με περικύκλωσαν και προσπαθούσαν να μαντέψουν τι είχα πάθει. Κάποια στιγμή ο παππούς προσπάθησε να με σηκώσει και άθελά του με ξεσκέπασε. Τότε «απεκαλύφθη το μυστήριον», αλλά ελύθησαν και τα δεσμά μου. Οχι αυτομάτως, αλλά από τον παππού. Η αδελφή μου απέφυγε την τιμωρία, γιατί τόλμησε να αποφύγει το αυτόφωρο. Αργότερα, κάποια μεγαθυμία και επιείκεια πάντα επιδεικνύονται…
ΥΓ.: Από το βιβλίο μου: «Η καρυδιά με τους νουμάδες».
*Καρδιοχειρουργός
