Κύριε διευθυντά
Στις αρχές του περασμένου Ιουλίου αποφάσισα να αφήσω για λίγο τη βάση μου στην Αίγινα για να περάσω μερικές ημέρες σε μια γραφική παραθαλάσσια πολίχνη της Πελοποννήσου. Ωστόσο, στο κατάλυμα που έμενα κάποιος ή κάποιοι εισέβαλαν κατά την απουσία μου και αφαίρεσαν μερικά προσωπικά μου είδη καθώς και ένα μικρό χρηματικό ποσό. Μου συνέστησαν να καταγγείλω την πράξη αυτή στις αρμόδιες αρχές και με έστειλαν στο αστυνομικό τμήμα που βρισκόταν κοντά στην πλατεία της πόλης.
Οταν μπήκα στο γραφείο που μου υπέδειξαν, συνάντησα έναν κύριο με σορτσάκι και αθλητικό φανελάκι, ο οποίος επάνω σε ένα τραπέζι όπου είχε απλώσει μια κουβέρτα, σιδέρωνε ένα παντελόνι. Του ζήτησα τον αρμόδιο υπηρεσίας και μου υπέδειξε τον εαυτό του. Του περιέγραψα εν ολίγοις το πρόβλημά μου και χωρίς να διακόψει την… εργασία του μου συνέστησε να γράψω το ονοματεπώνυμό μου και τον αριθμό του τηλεφώνου μου σε μια κόλλα Α4, στην οποίαν από ό,τι πρόλαβα να εκτιμήσω, θα ήταν ήδη γραμμένα κάπου 20-25 ονόματα. Οταν θα έλθει η σειρά σου (ενικός οικειότητας) θα σε ειδοποιήσουμε (πληθυντικός της μεγαλοπρέπειας), μου είπε ελαφρώς αδιάφορα. Καλά, δεν υπάρχει άλλος εδώ, τον ρώτησα δειλά και αισχυντηλά. Υπάρχει, αλλά είναι αποσπασμένος στο δημαρχείο, μου απάντησε στεγνά, βαριεστημένα και ελαφρά θλιμμένα το όργανο.
Από τότε έχουν περάσει ήδη περίπου δύο μήνες και δεν έχω λάβει ακόμα μήνυμά τους. Είμαι όμως αισιόδοξος και περιμένω. Μπορεί να έχασα μερικά πράγματα, αλλά έχω ακόμα την ελπίδα, η οποία, κατά το δη λεγόμενον, πεθαίνει πάντα τελευταία. Αραγε, μήπως την προλάβω…;
