Κύριε διευθυντά
Η είδηση του θανάτου του Αλέν Ντελόν επανέφερε στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας ένα από τα μεγαλύτερα αστέρια στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου. Για εμένα υπήρξε ένας εκ των δύο αγαπημένων μου ηθοποιών (ο άλλος είναι ο Στιβ Μακουίν).
Από τις ταινίες του, οι κορυφαίες των οποίων γυρίστηκαν τη δεκαετία του ’60, θα ξεχώριζα τρεις. Το «Γυμνοί στον Ηλιο» (Plein Soleil, 1960) του Ρενέ Κλεμάν. Η ταινία αυτή τον έκανε αστέρα και εκτόξευσε τη φήμη του στην παγκόσμια σκηνή. Τη «Συμμορία των Σικελών» (1969) του Ανρί Βερνέιγ. Μια πραγματεία για τον τρόπο λειτουργίας αλλά και τους κανόνες τιμής που είναι απαράβατοι για τις οικογένειες της σικελικής μαφίας. Τέλος, «O δολοφόνος με το αγγελικό πρόσωπο» (Le Samourai, 1967) του Ζαν Πιερ Μελβίλ, κατά τη γνώμη μου η κορυφαία ταινία του. Βλέποντάς την, δεν μπορείς να διανοηθείς ποιος άλλος ηθοποιός θα μπορούσε να ενσαρκώσει τον Τζεφ Κοστελό.
Ακόμα και μουσικά, οι περισσότερες ταινίες στις οποίες πρωταγωνιστεί, είναι επενδεδυμένες με ήχους τζαζ, μπλουζ, από ιδιοφυΐες όπως: Νίνο Ρότα, Ενιο Μορικόνε, Μισέλ Λεγκράν, Λάλο Σίφριν. Αυτό και μόνο καθιστά τις ταινίες πραγματικά έργα τέχνης. Ιδιαίτερα η τζαζ, κυριαρχεί σε όλη τη φιλμογραφική παραγωγή του Ντελόν –και δεν αναφέρομαι σε προφανείς περιπτώσεις όπως η «Πισίνα», ή σε ταινίες εποχής «Borsalino» που τα σάουντρακ υπογράφει ο τζαζίστας Κλοντ Μπόλινγκ– αλλά και σε ταινίες μεταγενέστερα.
Τα τελευταία χρόνια ο Ντελόν δήλωνε πως δεν αγαπούσε το μέλλον. Μόνο το παρελθόν και τις αναμνήσεις του. Και δεν ήταν μόνο θέμα ηλικίας, αλλά και ιδιοσυγκρασίας και χαρακτήρα. Οι νέοι στην πλειονότητά τους δεν τον γνωρίζουν σήμερα, όμως εμείς, που στη νεότητά μας ο κινηματογράφος ήταν το μοναδικό μαζικό, ποιοτικό είδος διασκέδασης, δεν τον έχουμε ξεχάσει. Ο Ντελόν ήταν και θα είναι προνομιακή φιγούρα ενός κόσμου που δεν υπάρχει πια. Ενός κόσμου που ευτυχώς μπορεί ο καθένας να «ξαναζήσει», ή εάν είναι νεότερος να γνωρίσει βλέποντας τις ταινίες του.
Αντίο φίλε.
