Κύριε διευθυντά
Ας αφήσουμε για λίγο τις «τοιχαρχίες» και ας πιάσουμε τον «διπυρίτη». Τον μακρινό εκείνο Δεκέμβριο του ’61 υπηρετούσα τη θητεία μου ως ανθ/σγός της αεροπορίας στον Αραξο κοντά στην Πάτρα. Ενα πρωί, όντας αξιωματικός υπηρεσίας της μονάδας, έλαβα γραπτή διαταγή από το Υπασπιστήριο να μεταβώ εσπευσμένα στο φρούριο του Ρίου, που διέθετε κάτι στρατιωτικές αποθήκες, παίρνοντας μαζί μου ένα φορτηγό REO και δέκα σμηνίτες για να παραλάβω, εκτός των άλλων, και τριάντα δέματα με διπυρίτη. Διπυρίτης! Τι ήταν αυτό; Αν και τελειόφοιτος της Παντείου τότε, δεν ήξερα τι σήμαινε η λέξη. Αφού ήταν διπυρίτης πρέπει να ήταν κάτι άμεσα σχετιζόμενο με πυρίτη, πυρίτιδα, πυρ και άλλα σχετικά πυρφόρα. Τι διάολο, πόλεμο είχαμε και μας το κρύβανε;
Οταν φτάσαμε στην αποθήκη και είδα τους σμηνίτες να κουβαλάνε με άνεση και χωρίς κανένα μέτρο προστασίας κάτι γκαζοντενεκέδες που έγραφαν απέξω με μεγάλα κόκκινα γράμματα: Διπυρίτης, άρχισα να τρομάζω ολοένα και περισσότερο βάζοντας τις φωνές: μεταφέρτε τα δέματα με προσοχή, τον νου σας, μη τα χτυπάτε μεταξύ τους, προσοχή στις γωνίες κ.λπ. Οπότε κάποια στιγμή μου λέει ένας σμηνίτης, που είχε ξανακάνει αυτή τη δουλειά: Τι να προσέχουμε, κ. ανθυποσμηναγέ, τι θα πάθουν οι γαλέτες; Κοκκίνισα μέχρι τις πατούσες μου, κόμπιασα για λίγο και ψιθύρισα αδέξια: Να, να μη τις θρυμματίσουμε και μετά δεν τρώγονται.
Αργότερα στο λεξικό της Πρωίας του 1933 διάβασα: «Διπυρίτης = δις επί της πυράς τεθείς άρτος προς όπτησιν. Αλλως γαλέτα, παξιμάδι»…
