Κύριε διευθυντά
Η αποχώρηση του αρθρογράφου Στ. Κασιμάτη αποτελεί πλήγμα στις αξίες, στην ταυτότητα και ποιότητα της «Καθημερινής» και προκάλεσε αβάσταχτη πικρία σε εμένα και σε πολλούς άλλους αναγνώστες της. Παρά τις διαβεβαιώσεις σας για παραμονή, η αποχώρησή του φαντάζει σαν –έμμεση έστω– νίκη του διάχυτου στη χώρα φανατισμού και του ανορθολογισμού και ήττα της αδέσμευτης δημοσιογραφίας.
Ενοχλούσε ορισμένους, με δυσανεξία στην άλλη ή μη επικρατούσα άποψη. Αλλά η ελεύθερη, η δηκτική, ακόμη και αιρετική άποψη, ενίοτε και η βλάσφημη (π.χ. για εθνικά «σύμβολα») κριτική αποτελεί την πεμπτουσία και τη δικαίωση της δημοσιογραφίας. Ιδιαίτερα όταν, όπως εν προκειμένω, εκφράζεται με χαρισματικό και απολαυστικό τρόπο.
Σε μια διακωμώδηση της εμφάνισης πολιτικού, υπό συνθήκες συγγνωστής πλάνης του αρθρογράφου –δεν γνώριζε για την ασθένεια και την απώλεια μαλλιών λόγω θεραπείας– υπήρξε δυσανάλογη αντίδραση της διεύθυνσης, με χαρακτηριστικά σημεία, το «Χρειαζόμαστε όμως μια περίοδο αναστοχασμού; και καλύτερης οργάνωσης; που θα προλαβαίνει ανάλογα φάουλ;».
Γιατί αντί της υπεράσπισης της ελευθερίας της έκφρασης και του δικαιώματος στο λάθος, ένα από τα εναπομείναντα ελεύθερα πνεύματα του Τύπου στην Ελλάδα εισέπραξε αδίκως ενοχοποίηση, η οποία ενδεχομένως «πυροδότησε» την αποχώρηση του εκλεκτού αρθρογράφου.
Κρίνοντας, εκ του αποτελέσματος ίσως παρασυρθήκατε και επιδείξατε «υπερευαισθησία» στο συμβάν λόγω προσωπικής εμπειρίας με την ασθένεια, υποτιμώντας την ανάγκη προστασίας της αιρετικής, ελεύθερης φωνής.
