Κύριε διευθυντά
Με την ευκαιρία της νέας βιογραφίας (ταινίας) του Σνάμπελ με τον Νταφόε, σχετικά με τη διαμονή του Βαν Γκογκ στην Αρλ (σχετικό άρθρο του Αιμίλιου Χαρμπή 20/01), θα ήθελα να σημειώσω τα εξής: Ο Βικέντιος τον Φεβρουάριο του 1888 κουρασμένος, ταλαιπωρημένος και απογοητευμένος από τη διαμονή του στο Παρίσι, με τον αδελφό του Τεό, αποφασίζει να πάει στην Αρλ ελπίζοντας ότι το ήπιο προβηγκιανό κλίμα και το φως θα τον βοηθούσαν σωματικά, ψυχικά και καλλιτεχνικά.
Τον ήλιο και τον Παράδεισο έψαχνε συνέχεια ο Βαν Γκογκ και, τι σύμπτωση, ένα μικρό κτήμα στην Αρλ ονομαζόταν «Παράδεισος». Εκανε όνειρα, όπως πάντα, ο Βικέντιος για τη διαμονή του στην Αρλ και το μεγάλο του όνειρο ήταν να δημιουργήσει εκεί στον Νότο ένα σπίτι (κέντρο) καλλιτεχνών όπου όλοι μαζί θα εργάζονταν δημιουργώντας ένα καλλιτεχνικό κίνημα από κοινού. Για τον λόγο αυτό, νοίκιασε ένα σπίτι, το περίφημο «κίτρινο σπίτι», το επίπλωσε και περίμενε την ανταπόκριση των άλλων καλλιτεχνών.
Τελικά από όλους τους καλλιτέχνες που τους έκανε πρόταση έρχεται μόνον ένας, ο πιο ακατάλληλος, ο Πολ Γκογκέν (Οκτώβριος 1888). Δύο εγωιστικές ιδιοφυΐες στο ίδιο σπίτι, δύο τελείως διαφορετικοί χαρακτήρες με διαφορετική καλλιτεχνική νοοτροπία. Και το αποτέλεσμα, ύστερα από δύο μήνες συμβίωσης, αναπόφευκτα μοιραίο, με την εκδήλωση των γνωστών δυνατών κρίσεων και την ανάγκη της νοσηλείας του στο νοσοκομείο της πόλης τρεις φορές. Στα μεσοδιαστήματα προσπαθεί να ισορροπήσει και να ζήσει στην Αρλ, αλλά μάταια. Τελικά νιώθει ο ίδιος την ανάγκη να εγκλεισθεί στο άσυλο St. Paul του St. Remy. Δεν έχει άλλη επιλογή.
Παραμονή της αναχώρησής του επισκέπτεται το «κίτρινο σπίτι» για να μαζέψει τα πράγματά του. Είναι συγκλονιστική η περιγραφή της τελευταίας αυτής επίσκεψης. «…Δεν έχει μαραζώσει μόνο το σπίτι αλλά και τα έργα που θα διατηρούσαν ζωντανή την ανάμνησή του. Εχουν τελειώσει όλα οριστικά, ενώ είχα τόσο μεγάλη ανάγκη να βρω κάτι απλό και που θα διαρκούσε. Εδινα μια χαμένη μάχη από καιρό ή μάλλον ήταν η αδυναμία του χαρακτήρα μου καθώς έχω μείνει με τα πιο βαθιά αισθήματα μετάνοιας που δύσκολα περιγράφονται. Νομίζω πως αυτός ήταν ο λόγος που φώναζα τόσο δυνατά όταν πάθαινα τις κρίσεις. Ηθελα να αμυνθώ και δεν μπορούσα…». Την άλλη ημέρα φεύγει από την Αρλ για το St. Remy συνοδευόμενος από τον πάστορα Salles, έναν από τους 2-3 ανθρώπους που του είχαν συμπαρασταθεί στη δοκιμασία. Και από όλα τα όνειρα και τα σχέδια για ένα κοινό καλλιτεχνικό σπίτι εκεί κάτω στο φως του Νότου, δεν έγινε τίποτα, παρά μόνον οργή, αίμα, αλλά και πλέον των 200 αριστουργημάτων.
Ι. Κ. Γεωργίου, Καρδιολόγος
