Κύριε διευθυντά
Ο Αγγελος Τερζάκης, στο κλασικό έργο του «Ελληνική εποποιία 1940-41», θεωρεί την «πλησμονή βιωμάτων» αιτία του γεγονότος ότι το Επος του ’40 τιμάται πιο πολύ ως ρητορική κορώνα, παρά ως δραματική αποθέωση –όπως και ήταν– της ελληνικής διαχρονίας. Γράφει: «Η Κατοχή, η Αντίσταση, το Κίνημα του Δεκέμβρη […] ήρθαν να κατακαλύψουν την στιγμή της Αλβανίας. Το κεφάλαιο τούτο της ελληνικής ιστορίας […] τοποθετήθηκε στο αρχείο προτού μνημειωθεί».
Τούτο είναι ακριβές, αλλά και πολύ επιεικές έναντι της ελληνικής πραγματικότητας. Διότι, όπως η Ιστορία θα καταλογίσει τις ευθύνες στη δεξιά «βουρβωνική» επιστροφή για το ότι η ελληνική Εθνική Αντίσταση –μια από τις δυναμικότερες στην Ευρώπη– δεν αξιοποιήθηκε στην τράπεζα της ειρήνης επειδή είχε πρωταγωνιστήσει η ΕΑΜική Αριστερά, έτσι θα καταλογίσει ευθύνες και στην αριστερή υστεροβουλία για το ότι «έθραυσε το ξίφος της νίκης εις τας χείρας του Βασιλέως Γεωργίου Β΄», (όπως έγραφε προ πολλών δεκαετιών η «Εστία»), επειδή το «Oχι» ήταν του Μεταξά και του Γεωργίου! Καμιά κατ’ άμφω συγγνώμη δεν νίπτει τα κατ’ άμφω ανομήματά μας γι’ αυτήν την τραγική αμοιβαία διασπάθιση του ιστορικού αποθέματος, που με το αίμα τους είχαν σχηματίσει οι Ελληνες από το 1940 μέχρι το 1944.
Είναι πάντως ακριβές και συναισθηματικά μεταδοτικό και αξιοσύστατο αυτό που λέει ο σκηνοθέτης Αρης Μπινιάρης στη Γιώτα Συκκά της «Καθημερινής» (10/2/2019, Τέχνες και Γράμματα, σελ. 4), όταν –ανάγοντας σε σύμβολο νέων Θερμοπυλών το «μυθικό», όσο και πραγματικό, πολεμικό επεισόδιο του υψομετρικού δείκτη 731– λέει: «Νομίζω ότι η γερμανική κατοχή και ο εμφύλιος επισκίασαν όσα συνέβησαν την περίοδο 1940-1941. […] Πέντε χρόνια με παιδεύει η ιστορία του Υψώματος 731. Υπάρχει μια αντιστοιχία με όσα συμβαίνουν σήμερα στον κόσμο αλλά και μια άγνοια για αυτά τα ζητήματα». Υπάρχουν πράγματι και η αντιστοιχία και η άγνοια. Η πρώτη διότι ουδέποτε ίσχυσε το του ποιητή «Η δύναμη δεν είναι και δε ζει/παρά μαζί/ με τη δικαιοσύνη» και η δεύτερη διότι εν μέσω αμαθών και αγνοούντων («εν ουκ ειδόσι» – κατά τον Σωκράτη) θριαμβεύουν οι τσαρλατάνοι και λαοπλάνοι. Είναι παρήγορο, πάντως, το ότι νέοι άνθρωποι, όπως ο ταλαντούχος σκηνοθέτης, εγκύπτουν με σεβασμό στο εθνικό-ηθικό αποταμίευμά μας του 1940-1941, όταν άλλοι ενσκήπτουν εναντίον του και άλλοι απλώς κύπτουν ή σκύβουν (ή –μεσαιωνικό:– σκύπτουν) το κεφάλι στις επιταγές των ισχυρών.
Γεράσιμος Μιχαήλ Δώσσας, Θεσσαλονίκη
