Κύριε διευθυντά
Τον παλιό καλό καιρό, πριν και μετά το 1940, τα εβδομήντα χωριά της Ναυπακτίας βούιζαν από παιδικές φωνές, φλογέρες, κλαρίνα, γλέντια και τραγούδια. Χώρια οι καβγάδες με γκλίτσες –«ξέρεις εσύ ποιος είμαι εγώ, ρε;»– που πολλοί κατέληγαν στο Ειρηνοδικείο Ναυπάκτου. Εκεί όπου δεσπόζει το Μνημείο του Αγνωστου Στρατιώτη, δωρεά του θείου μου Επαμεινώνδα Αρβανίτη στην Αμερική, ύστερα από πρότασή μου το 1947. Καραβάνια χωρικών ξεροστάλιαζαν εκεί κοντά, με τη βεβαιότητα, όλοι, «μπορεί να είμαι φτωχός, αλλά είμαι τίμιος»! Ψωμοτύρι στο σακούλι και δρόμο για τον Επαχτο. Και, επειδή οι περισσότεροι δεν είχαν ούτε δεκάρα τσακιστή, έπαιρναν μαζί τους καμιά κότα, γίδα ή πρόβατο για τον δικολάβο και το χάνι. Το Ειρηνοδικείο ήταν μοναδικό θέατρο και σχολείο για όσους άντεχαν την κάπνα, την ποδαρίλα και την μπόχα! Σε μια δίκη, κατηγορούμενη ήταν μια στραβογερασμένη γυναίκα από τον Παλαιόπυργο –μήνυση για αράχνες στο χάνι της. Κακοντυμένη και κουβαριασμένη, με μαύρη σκέπη κεφάλι – πρόσωπο και μαύρες μακριές και βαριές φουστάνες, κάθισε στο εδώλιο χωρίς υπεράσπιση δικολάβου. Τη ρωτάει ο ειρηνοδίκης: – «Κατηγορείσαι ότι το χάνι σου είχε πολλές αράχνες. Τι απολογείσαι;». – «Κυρ’ δικαστή μ’, είμι αγράμματ’. Δεν ξέρου τι λες». – «Το χάνι σου είχε αράχνες… αυτές που τρώνε κουνούπια;». – «Οχ’. Μόνου δυο-τρεις υφαντριούλες… Να, σαν αυτές κει ψ’λά στου νταβάν’… κει, κει, κει… ψ’λά, μ’κρές, μ’κρές, μ’κρές… οχ’ τόσου μιγάλις…». – «Αθώα η κατηγορούμενη»!
Γέλασαν και οι τοίχοι. Ο Παλαιόπυργος, με 856 κατοίκους το 1940, ήταν μεγάλο κεφαλοχώρι, το τέταρτο κατά σειρά στη Ναυπακτία (34.877 κάτοικοι). Ο Eπαχτος, «το χωριό μου που δεν είναι κι ομορφότερο στην πλάση» –με τον χρωστήρα του Αθάνα–, είχε 5.586 κατοίκους, τριπλάσιο αριθμό σήμερα. Μεγαλοχώρι λοιπόν ο Παλαιόπυργος, αλλά και σκορποχώρι και κλεφτοχώρι. Με σπίτια σε πολύ μεγάλη απόσταση το ένα από το άλλο, σκόρπια, σε μια τεράστια πλαγιά πνιγμένη σε θάμνους και δένδρα. Ελεγαν τότε ότι, έτσι, προστατεύονταν οι ζωοκλέπτες από τις μαρτυριάρικες μυρουδιές και τους καπνούς, απολαμβάνοντας ήσυχα τους καρπούς των νυχτερινών κόπων τους. Αλήθεια – ψέματα, θα σας γελάσω. Καλή μαρτυρία πάντως οι 17 εκκλησίες και τα 7 νεκροταφεία στο χωριό! Eπειτα, τον καιρό εκείνο η κλεψιά ήταν δεύτερη δουλειά. Για αρκετούς μάλιστα κύριο επάγγελμα, με πελάτες τα πάμπολλα χάνια της Ναυπακτίας. Με τον καιρό χάθηκε το επάγγελμα μαζί με τα γιδοπρόβατα, ρήμαξαν τα χωριά και έκλεισαν τα χάνια. Κατηγορούμενος, από τον Παλαιόπυργο, για κλοπή 10 προβάτων, αθωώθηκε στο Μεσολόγγι γιατί απέδειξε, με μάρτυρες και δικαστικές αποφάσεις εις βάρος του, ότι ήταν μεγάλος ζωοκλέπτης –«το ξέρουν και οι πέτρες»– αλλά και πονόψυχος. Δεν είχε κλέψει ποτέ του λιγότερα από πενήντα αλλά και άφηνε στον νοικοκύρη τους πάντοτε πάνω από είκοσι κεφάλια. Δηλαδή, ποτέ δεν έκλεψε κοπάδι με κάτω από εβδομήντα γιδοπρόβατα, και είχε και δική του εκκλησία! Στο Ειρηνοδικείο ξημεροβράδιαζε εκείνο τον καιρό και η θεια μου η Σταθούλα, αγράμματη και στριμμένη αδελφή του πατέρα μου – στραβόξυλο. Καβγάδιζε συνεχώς με τους γείτονες, στη Λεπτοκαρυά και στη Ναύπακτο, φοβερίζοντας πάντα «θα σε τυλίξω σε μια κόλλα χαρτί». Πολύ μικρός τη ρωτούσα πώς μπορεί να το κάνει αυτό και μου απαντούσε: «Αμα μεγαλώσεις θα μάθεις».
Πράγματι, προσφυγή μου στα δικαστήρια κατά της Εθνικής Τράπεζας, για παραλείψεις μου σε τέσσερις προαγωγές σε υποδιευθυντή και διευθυντή και ισάριθμη αναγνώριση προσβολής προσωπικότητας, και άλλη κατά του Δημοσίου για επιστροφή παρακρατηθέντων φόρων επί των επιδικασθεισών αποζημιώσεών μου, λόγω διαφωνίας των Ολομελειών του Αρείου Πάγου και του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατέληξαν στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (αρ. 33/1999), όπου και δικαιώθηκα πλήρως. Ταυτόχρονα επιλύθηκαν δυσεπίλυτα νομικά θέματα καταλυτικής σημασίας –συνακόλουθα δε και άλλα αναφορικά με τις προαγωγές (βάσει επετηρίδας!), την αξιοκρατία και την αποδοτική λειτουργία τραπεζών και ΔΕΚΟ– που είχαν διχάσει τη θεωρία και τη νομολογία των δικαστηρίων από την εισαγωγή του Α.Κ. το 1946.
Με τη διαφορά ότι, αντί μιας κόλλας, μόνο για την πρώτη αγωγή μου, το 1987, χρειάσθηκαν 86 σελίδες και 420 σχετικά έγγραφα. Χώρια τα ατέλειωτα ξενύχτια και τρεχάματα, λόγω σωρείας αναβολών, συζητήσεων και δικαστικών αποφάσεων έπειτα από δύο προσφυγές μου κατά της ΕΤΕ, εν συνεχεία δε και κατά των ασφαλιστικών ταμείων, ανά πενταετία. Δικαστικοί αγώνες επί 32 χρόνια μέχρι σήμερα, που τελειώνουν πλέον μετά τη μείωση της σύνταξής μου κατά 40% και την ολοσχερή περικοπή της επικουρικής!
Γρηγόρης Γ. Βαρελας, Οικονομολόγος , απόφοιτος Ινστιτούτου ΕDI της World Bank
