Κύριε διευθυντά
Αρχολίπαρος είναι «ο εν τη αρχή λιπαινόμενος, παχυνόμενος» (Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης, έκδοσις Πρωΐας, 1933), ενώ σπουδάρχης είναι «ο σπουδαρχών, ο μετά σπουδής και διά παντός μέσου επιδιώκων να καταλάβη δημοσίαν τινά θέσιν ή αξίωμα, θεσιθήρας» (Ι. Σταματάκου, Λεξικόν αρχαίας Ελληνικής γλώσσης, έκδοσις Δημητράκου, 1949).
Οι πολιτικοί μας, αλλά και οι οπαδοί/ψηφοφόροι τους, ανταλλάσσουν τους χαρακτηρισμούς αυτούς –με πιο «καθομιλουμένη» ορολογία– αδιαλείπτως και διαδοχικά, αναλόγως της εκάστοτε θέσεώς τους στους θώκους, τα έδρανα, τα αξιώματά τους, ή και της απλής στράτευσής τους, στη συμπολίτευση ή την αντιπολίτευση. Ακόμα και με ελάχιστη χρονική απόσταση από την προηγούμενη αντίθετη θέση τους. Με τον τρόπο αυτό δίνουν την εικόνα του πλέον αφελούς «διαλόγου» του επιπέδου «Είσαι βλάκας» – «Εσύ είσαι βλάκας». Μια τέτοια στιχομυθία μεταξύ μικρών παιδιών μπορεί να είναι απλοϊκά παιδική, αλλά μεταξύ ενηλίκων –και μάλιστα κοινοβουλευτικών– είναι σπαραξικάρδια παιδαριώδης.
Δυστυχώς το σύμπτωμα δεν είναι απλώς (ιλαρο)τραγικό. Είναι ενδεικτικό της ελλείψεως και αδυναμίας ουσιαστικού διαλόγου, της επιδόσεως σε παράλληλους μονολόγους, οι οποίοι –κατά γεωμετρική αναγκαιότητα– δεν συναντώνται πουθενά. Και στην περίπτωση αυτή δεν ωφελεί σε τίποτε η βολική απόδοση της ευθύνης στους φωνασκούντες εκπροσώπους μας –κοινοβουλευτικούς ή άλλους. Χρήσιμο και απαραίτητο είναι να ξεκινούμε από τον καθρέφτη μας, τον εαυτό μας, ελέγχοντας ο καθένας, αν ακούει τους ισχυρισμούς του συνομιλητή του και προσπαθεί να αντιτάξει τους δικούς του, αντί να ξεκινάει από την ανάσυρση παλαιότερων «παραπτωμάτων» του «αντιπάλου» αντίστοιχων με τα εκάστοτε καταμαρτυρούμενα, για να καταλήξει ότι ο «αντίδικός» του είναι ανόητος, υποκριτής, εξωνημένος, εθνικός μειοδότης κ.ο.κ. χωρίς οποιανδήποτε αναφορά στην ουσία του συζητούμενου θέματος (αν υπάρχει).
Κώστας γ. Μπονιφατσης
